Στίχοι: Δημήτρης Λέντζος
Το μέσα ταξίδι
Παλιά μου ηφαίστεια, καινούρια μου λάβα,
ελπίδα μου ελεύθερη στα όνειρα σκλάβα.
Σκληρός και στραβόξυλο, τυφλός ταξιδιώτης,
ικέτης στην Όλυνθο, στην Τροία στρατιώτης.
Κι εσύ που με έλεγες τρελό κι Οδυσσέα,
πουλάς στα πληρώματα τσιγάρα λαθραία.
Κι εγώ στα ναυάγια ζητώ την Ιθάκη,
με ξένα παράσημα και στόμα φαρμάκι.
Χλωμό το εικόνισμα, πανάρχαια λύπη,
σ’ αυτήν την παράσταση η λύτρωση λείπει.
Αγάπη παράξενη και εύθραυστο θαύμα,
πληγή θεοσκότεινη κι αντίδωρο τραύμα.
Βαθιά μου ταξίδεψα αλλού για να φτάσω
τη μνήμη ακρίτισσα και πώς να περάσω.
Θεός καταχθόνιος, κουτσός σχοινοβάτης
στην πόλη μου εξόριστος, πιστός παραβάτης.
Χίλιες φορές σε έχασα
Ποια μνήμη με έφερε εδώ
σε τόπο μαγεμένο
που έχω αιώνες να σε δω
πουλί μαρμαρωμένο.
Η μάσκα πρόσωπο παλιό
που καίει το πρόσωπό μου
με χέρια στον ζεστό πηλό
φτιάχνω τον άνθρωπό μου.
Χίλιες φορές σε έχασα
κι όμως ακόμα αντέχω
Μία φορά σε ξέχασα
χίλιους θανάτους έχω.
Πόσες φορές ανάστησα
εγώ τον θάνατό σου
και τις πληγές σου κράτησα
και το αναφιλητό σου.
Με αίμα στα θεμέλια
στεριώνει το γεφύρι
του κόσμου η συντέλεια
κι ο κόσμος πανηγύρι.
Παλιό εικόνισμα
Χρόνια φοράς στο δάχτυλο
της μάνας σου τη βέρα
και στο λαιμό σου κρέμασες
δυο ξωτικά πουλιά.
Στη τσέπη πάντα φύλαγες
την τελευταία σφαίρα
όπως φυλάνε οι έρωτες
τα πρώτα τους φιλιά.
Νύχτα κρυφά δοκίμαζες
τα κόκκινα τακούνια
κι έψαχνες στο στήθος σου
να βρεις μικρά νησιά.
Και το φεγγάρι έκρυβες
σαν θάλασσα στην κούνια
κι απ’ τους αγγέλους έμαθες
τη πρώτη σου βρισιά.
Και πριν γυναίκα να γενείς,
έγινες πρώτα μάνα
κι έχεις για άντρα πλάι σου
Χριστό μοναχογιό.
Κι όλοι κρυφά ξοπίσω σου
σε λέγανε πουτάνα
μα εσύ είχες στο σπίτι σου
αφέντη κι αρχηγό.
Κι απ’ των αγίων τις ζυγιές
και μες στα πανηγύρια
το όνομα σου τ’ άλλαξες
και το κάνες Σεράχ.
Εσύ χαρές τραγούδαγες
κι ας πέρναγες μαρτύρια
κι όλο τον κόσμο έκλεινες
στων τραγουδιών το αχ!
Όταν χορεύεις πολεμάς
Ποια πίστη με έφερε ξανά
κι αρχαία νοσταλγία,
αμάν αμάν και ωσαννά
Χριστός και Παναγία.
Κουβέντα πιάνεις στον χορό
μ’ έναν θεό εργένη
και στ’ αρχαγγέλου το φτερό
μικρός αητός πεθαίνει.
Όταν χορεύεις πολεμάς
για την ψυχή σου και για μας.
Γυμνό πουκαμισόφιδο
της μοίρας το φουστάνι,
μαύρο σπαθί ματόφρυδο
που μάτι δεν το πιάνει.
Και όταν μπαίνεις στον χορό
λογαριασμούς ανοίγεις,
τα βάσανά σου ένα σωρό
σε μια στροφή τα πνίγεις.
Η παράσταση
Πάλι το σώμα σου απόψε θα μου λείψει
μόνη χορεύω σε δωμάτια κλειστά
με ένα πουκάμισο ντυμένη από θλίψη
που χρόνια έμαθε σε σώματα ζεστά.
Πόθος και όνειρα υγρά τα σκηνικά μου
που έχουν απάνω τους μια απόκοσμη αφή
ρόλοι που δώσανε στεγνά τα μυστικά μου
πορτραίτα οι έρωτες στον τοίχο με καρφί.
Λουστρίνια κόκκινα και μαύρο το φουστάνι
τρώει το πρόσωπο βαθειά το μακιγιάζ
βάφω το μπράτσο μου με κόκκινο μελάνι
να σβήσω το άγριο της μοίρας τατουάζ.
Ξένες χορεύουν οι ψυχές στο νυφικό μου
με ψάχνουν πάλι με προαίσθημα κακό.
Ατάκες πούλησαν φτηνά το μερτικό μου
σε μια παράσταση απόψε φονικό.
Γυμνά αισθήματα που ντύνω με άλλα ρούχα
κι ρόλοι άνεργοι σωπαίνουν στην σκηνή
είναι τα όνειρα μου είπες ταλαντούχα
γλυκά ναυάγια σε σάλα σκοτεινή.
Της νύχτας τα τροπάρια
Της νύχτας τα τροπάρια
τραγούδια κολασμένα,
σαν του φονιά την άρια
για αστέρια σκοτωμένα.
Κι αν τραγουδήσεις μη το πεις
κι ούτε σταυρό να κάνεις,
στα δυο σαν στάλα θα κοπείς
σαν μνήμη θα πεθάνεις.
Η νύχτα κόβει με σουγιά
της μοίρας τα χοντρά λουριά
κι από το κατακάθι
καινούργια αστέρια πλάθει.
Στις μάντρες τα αγάλματα
φεγγάρια νυχτωμένα,
γυρίζουνε χαράματα
με ρούχα ματωμένα.
Κι ένα φεγγάρι σαν παιδί
δεν θέλει να πεθάνει,
ψηλά κοιτάζει για να δει
τον ουρανό που χάνει.
Ανατολικά
Το πρόσωπό σου σαν Φαγιούμ
και σαν παλιά εικόνα
μοίρα σε λένε στο Χαρτούμ
φωτιά στην Βαβυλώνα.
Με τις βαριές τις μυρωδιές
τα καυτερά μπαχάρια
κόκκινες είναι οι βραδιές
σαν των θεών τα χνάρια.
Σαν μπόλι πιάνει το φιλί
στο άγριο το σώμα
γλυκά με καις Ανατολή
σαν πιπεριά στο στόμα.
Το μπακιρένιο το κορμί
με τον χρυσό ιδρώτα
κάψε τα πρέπει και τα μη
γίνε φωτιά σαν πρώτα.
Λάγνα τα μάτια τα βαθιά
φίδι θεός στον ώμο
γυμνή χορεύεις με σπαθιά
κι ανοίγεις άλλο δρόμο.
Η μάνα μου η Καρκαλού
Μαύρο πιο μαύρο και βαθύ
της μοίρας το σεντόνι
κι όσα χρωστάει η ψυχή
με σώμα τα πληρώνει.
Και δεν σου φτάνει μια ζωή
ποτέ να ξεπληρώσεις
στον άλλο κόσμο απ’ την αρχή
καινούργιες βάζεις δόσεις.
Η μάνα μου η Καρκαλού
με πάει στα βράχια του γιαλού
και ρίχνει στα ναυάγια
κατάρες και τρισάγια.
Κόκκινο κατακόκκινο
της μοίρας το στημόνι
και η χαρά μου κόσκινο
άλλη χαρά μιτώνει.
Μπροστά υφαίνει το σκουτί
και πίσω το ξηλώνει
η ίδια η άκρη στην κλωστή
που αρχίζει και τελειώνει.
Η παρτίδα
Στη βιτρίνα του κόσμου τη ζωή μου γυρεύω
και στην πέτρα λαξεύω την ελπίδα γυμνή.
Σαν αντίδωρο δως μου τα μαλλιά του αγέρα
την εβδόμη ημέρα και την πρώτη φωνή.
Με πειθώ και με τρόπο τα μαχαίρια πουλάω
και σε μάρκες χαλάω τον παλιό θησαυρό.
Κι οι ληστές μες το κόλπο μνήσθητί μου όταν έλθεις
ποιάς αιώνιας μέθης κουβαλάω τον σταυρό.
Στην παλιά σου εικόνα η ψυχή μου ταμένη
οι δικοί μου κι οι ξένοι εκαήκαν στο φως.
Και η μοίρα μου η νόνα το φονιά νανουρίζει
ποιος θεός φοβερίζει τον καινούργιο θεό.
Κι όποιος τράβηξε πρώτος τον θεόρατο Ρήγα
τα αισθήματα λίγα σε αδειανό καμπαρέ.
Κι όσους τρώει ο νόστος μιας μελλούμενης πλάνης
κερδισμένος μα χάνεις στου βυθού το καρέ.
Στα χαλικιάτικα
Γριές τσιγγάνες κοσκινίζουνε στη Γάζα
χοντρό αλάτι και σκουριά από το Σινά.
Άγγελοι ψάχνουν τα φτερά τους μες τα μπάζα
κι έχουν τα νύχια τους αιώνες μακριά.
Τα μάγια οι μάγισσα τα καίει με θυμάρι
φεγγάρι αγέννητο στο λίκνο της τραβά.
Στη σκόνη κράζουνε κοράκια και φαντάροι
και απολύουνε ξανά τον Βαραββά.
Τώρα γυρίζω νηστικός και ξοφλημένος
και ξεπουλάω την ψυχή μου στους κακούς.
Φονιάς και άγιος ληστής και εσταυρωμένος
πουλάω δόγματα για τους αιρετικούς.
Στα χαλικιάτικα μια στάλα προσφυγάκι
χρόνια τραβάω το μεγάλο φυσερό.
Καρφιά δοκίμαζα στο ξύλινο τεζάκι
σίδερα έσβηνα στο μαύρο το νερό.
Στην τσέπη πάντοτε φυλάω την σφεντόνα
και στα συσσίτια μου παίρνουν την σειρά.
Σκούζουν μυδράλια στριγγλά στον Ελαιώνα
και στους υπόνομους αγιάζουν τα νερά.
Κι εγώ φυγόδικος στον Πύργο της Ηλείας
γυρεύω άλλοθι για αρχαίο φονικό.
Λένε πως ήμουνα υιός της απωλείας
κι είχα πρωτόγονο θυμό προγονικό.
Τον φτωχό τον βασιλιά μου
Σου ’φτιαξα με πλαστελίνη
δέντρα και ψηλά βουνά,
δυο ποτάμια και μια λίμνη
κι ένα τραίνο να περνά.
Σου 'χτισα με χίλια σπίρτα
μια καλύβα να χωρά,
μια μεγάλη μαργαρίτα
κι μια τόση δα χαρά.
Νάνι το παιδί μου νάνι
μαύρο μάτι μην το πιάνει,
ύπνε πάρε απ’ τα φιλιά μου
τον φτωχό τον Βασιλιά μου.
Με νερομπογιές θα κάνω
μια μικρή ακρογιαλιά
και στον ουρανό επάνω
θα κυκλώσω μια αγκαλιά.
Τη ζωή και την ελπίδα
θα τις δέσω στο φιλί
κι έχω μια πυγολαμπίδα
να φωτίζει την αυλή.