Στίχοι: Γιάννης Ευθυμιάδης

Τα χέρια μου χαϊδεύουν το κενό

Τα δάχτυλα απ’ τους καρπούς,
τα μπράτσα από τους ώμους
ζητούν να ξεκολλήσουνε
να ’ρθουν κοντά σου, να χορτάσουν λυτρωμό
απ’ την ωραία κόλαση που επέλεξα να ζήσω.
Μα τα δαγκώνω, τα κρατώ, να μη χαρούν
ούτε μια σπιθαμή απ’ το γυμνό σου δέρμα.
Ώσπου το παραλήρημα γλυκά να με κοιμίσει
με νάρκη μυστική βαθιά σε ονείρου ωκεανό.
Τα χέρια μου χαϊδεύουν το κενό.

 

Κάποιες στιγμές

Κάποιες στιγμές νομίζω ανασαίνεις
έχω την αίσθηση σαν να σκιρτά το στήθος σου
Κι αναταράζεται η καρδιά μου, λέω θα σηκωθείς
θα ’ρθεις εσύ κοντά μου να μ’ αγγίξεις
Όπως στα πιο βαθιά όνειρά μου νύχτες Αυγούστου
που πλαντάζει ωραία ο ουρανός.

 

Όπως βυθίζεται το σώμα μου

Όπως βυθίζεται το σώμα μου στο σώμα σου
όπως ρουφώ με χίλια μάτια τη ματιά σου
Σαλεύουν άγρια ερπετά χιλιάδες δάχτυλα
δάγκωμα έχιδνας γλυκό ξεχύνω στο φιλί σου
Να κλέψω νύχτα από το βλέμμα σου το απύθμενο
και να χορτάσω αρμύρα από το φιλί σου
Όπως βυθίζεται το σώμα μου στο σώμα σου
όπως ρουφώ με χίλια μάτια τη ματιά σου
Σαλεύουν άγρια ερπετά χιλιάδες δάχτυλα
Όμως δεν ξέρω αν όλα αυτά
στ’ αλήθεια τα ’ζησα
εάν τα ζω, αν έστω ελπίζω να τα ζήσω

 

Κι εγώ ζήλευα

Σ’έγλυφε όλη νύχτα το φεγγάρι
κι εγώ ζήλευα
που δεν μ’ευλόγησε με τη δική του χάρη
που δεν μετάλαβα γουλιά απ’ τη δική του χάρη
κι εγώ ζήλευα
Ήταν ο οίστρος σου κρυφός
και με το φως άστραφτε η μαρμαρυγή
σε ατόφιο άσπρο πέτρωμα
Καλέμια δάχτυλα κι η ανάσα μου τροχός
έσκαβαν πάνω σου μιαν ομορφιά απροσμέτρητη
κι εγώ ζήλευα
που δεν μ’ευλόγησε με τη δική του χάρη
που δεν μετάλαβα γουλιά απ’ τη δική του χάρη

 

Γέρνω

Γέρνω παραμερίζοντας το σώμα μου
σφιχτά να βρει να θηλυκώσει το κορμί σου
μες στη νύχτα.
Να πω «κοιμήσου επάνω μου»
να σπείρεις όνειρο, γλυκό καρπό να δώσει
σε μέλλον απροσδόκητο.

 

Δεν απαντάς

Δεν απαντάς, γιατί, γιατί δεν απαντάς;
Ως και τ' αμίλητα βουνά αντηχούν στις αστραπές.
Αφρίζει η θάλασσα μπρος στις ριπές του ανέμου.
Βρυχάται το θεριό απέναντι στη σφαίρα.
Εσύ απομένεις σιωπηλός
σαν άγαλμα που πάγωσε μια κίνηση
και μια κραυγή μετέωρη.
Αναρωτιέμαι, αν καταφέρω να σ΄ αγγίξω,
αν σε πονέσω, αν σου τραβήξω τα μαλλιά.

 

Καινούργιοι μύθοι

Καινούργιοι μύθοι θα γεννήσουν οπτασίες
θα ξαναρχίσουν να μιλούν

πικρά με τη φωνή μου
Δεν βρέθηκε παράδεισος ακόμη

να χωρά τις λέξεις
που έχω να σου καρφώσω στην καρδιά

 

Πολύκλωνος ανθός

Με πόσους τρόπους να ενωθώ μαζί σου,
μοιάζεις πολύκλωνος ανθός,
κάθε κλαρί και μια ηδονή.
Το κάθε φίλημα μια συνουσία στιγμιαίας έξαψης,
ποιά σκοτοδίνη θα αστράψει στο σκοτάδι;
Κάθε ψηλάφισμα απ΄τα χείλη μου
πάνω στο άγγιχτο σου σώμα
πετάει σπινθηρισμούς αιφνίδιους.

 

Έναστρη σμίξη

Κοίτα πώς έλαμψε η νύχτα,
δες πόσα αστέρια χαμηλώσαν να μας φέξουν!
Έναστρη σμίξη,
Αυτή την ώρα της υπέρτατης οδύνης
δυο μισοφέγγαρα ενωθήκαν σφιχτά
σε νυχτωδία πανσέληνη.
Μια συναστρία από αλήθειες
και καταστερισμός σαν ψέμα,
ένα το αίμα
δικό μου και δικό σου.

 

Ρωτώ ποιος είσαι

Ρωτώ ποιος είσαι, πού με πας
γιατί εισβάλλεις μέσα μου
πού κρύφτηκε το τρυφερό σου σώμα;
Ρωτώ να μάθω ακόμα αν θα ’μαστε μαζί
εκεί που πάμε ενωμένοι αιώνια
ή μόνο από συμπόνια.
Δέχτηκες να δανείσεις χέρια φτερά
πνοή αγκαλιά
χωρίς μιλιά ωστόσο
αχ θέλω, θεέ μου, πόσο.
Να ξανανιώσω την αθώα ηδονή σου
μονάχα απόμεινε ν’ ακούω τη φωνή σου.