Στίχοι: Ηλίας Μάστορης

 

Κάθε που σκοτεινιάζει

Με δυο φτερούγες δανεικές
μια νύχτα σαν τις άλλες
πέταξα απ΄τον φωταγωγό
να ψάξω μήπως και σε βρω
στις βραδινές ψιχάλες.

Κι όταν βραχήκαν τα φτερά
είπα πως δεν πειράζει
εγώ ποτέ δεν σταματώ
και με τη σκέψη μου πετώ
κάθε που σκοτεινιάζει.

Με δυο φτερούγες δανεικές
βγήκα για να πετάξω
που να ΄σαι άραγε να ΄ρθω
που 'χω καιρό για να σε δω
μήνες να σ' αγκαλιάσω.

Πέτρινη σιωπή

Μέσα στην πέτρινη σιωπή
από το βράδυ ως το πρωί
κι από τα τα νύχια ως την κορφή
στέκεις μαρμαρωμένη
Μια σε μισώ μια σ΄αγαπώ
σ΄ένα δωμάτιο σκοτεινό
δε με χωράει ούτε σκυφτό
όλη η οικουμένη

 

Μ΄ ένα αόρατο σχοινί
στης κάμαρας την φυλακή
από Δευτέρα ως Κυριακή
το βλέμμα καρφωμένο
Να σου τρυπήσω την καρδιά
ή να σε πνίξω στα φιλιά
τα δυο σου χείλη τα βαριά
που μ΄έχουνε δεμένο

 

Είναι ο πόνος μου διπλός
από αισθήματα  στεγνός
σαν ποιητής αλκοολικός
μοιάζω αφορισμένος
Χρόνια πολλά σε συναντώ
μες τον καθρέφτη όταν κοιτώ
μαζί κι εσύ μαζί κι εγώ
στα έγκατα κλεισμένος

 

Μες τον λαιμό μου ένας βραχνάς
γυαλιά καρφιά κι εσύ κοιτάς
που σου ΄χει πάρει την μιλιά
το τέρας το μεγάλο
Πόσο να κάνω υπομονή
σ΄ αυτήν εδώ τη φυλακή
που ΄χω φορέσει σαν στολή
της Πόλης το Εάλω

 

Οι άγγελοι πεθαίνουν προδομένοι

Εγώ του αγγέλου μου δεν του 'δωσα νερό
και από καιρό του 'χω τα μάτια φιλημένα
και τον ταΐζω συνεχώς με αλμυρό ψωμί
που ζύμωσα με μάτια δακρυσμένα.

Κι αν με σκεπάζει μη κρυώσω και βραχώ
ποτέ δε ζήτησα στοργή για να μου δώσει,
πάντα τον κέρναγα φιλί φαρμακερό
να καταφέρω μια φορά να με προδώσει.

Αν τον καρφώσω στο λαιμό θα λυτρωθώ
θα ξεκλειδώσω μια λαχτάρα στοιχειωμένη,
δεν τον αγάπησα και πρέπει να του πω
κάτι που θα 'πρεπε να ξέρει από καιρό
πως πάντα οι άγγελοι πεθαίνουν προδομένοι.

Εγώ του αγγέλου μου του χάριζα φιλιά
μα ήταν όλα με το ψέμα μπολιασμένα
κι όσο του χάιδευα τα όμορφα μαλλιά
τόσο ντρεπόμουν του μυαλού τα διχασμένα.

Στου καιρού την αλλαγή  

Θα ψάξω για να βρω τον εαυτό μου
βουτιά να κάνω μέσα μου να δω.
Να βγάλω τον κρυμμένο μου θυμό
που παίξανε στα ζάρια το καλό μου.

Να μείνω να κοιτάζω το φεγγάρι
ή μήπως να χαθώ με τα πουλιά.
Με έδεσε του μήπως η θηλιά
και ξέμεινα σε τούτο το παζάρι.

Θα βγω να περπατήσω στη βροχή
το κλάμα μου να κρύψω με την μπόρα.
Δοκίμασα να κάνω μια αρχή
μα μ’ έχει πάρει πίσω η κατηφόρα.

Στον τόπο μου δε βλέπω προκοπή
με τόκο την χρεώνουνε τη φτώχεια.
Θα φύγω στου καιρού την αλλαγή
Σεπτέμβρη θα χαθώ στα πρωτοβρόχια.

Θα ψάξω για να βρω τον εαυτό μου
το νύχτωμα να βγάλω απ' την ψυχή.
Να βάλω μες στα θέλω μου φωνή
να βρω ξανά τον ήλιο τον δικό μου.



Με θέα τη ζωή    

Το 'χα κερδίσει το φλουρί
την πρώτη του Γενάρη
γεμάτο είχε φεγγάρι
και ξάστερο ουρανό.
Και καρτερούσα μια χρονιά
που θ' άλλαζε η τύχη
να πέρναγα τον πήχη
να φτάσω στο θεό.

Θα φτιάξω μια βεράντα
με θέα τη ζωή
να ζήσω εκεί για πάντα
και ακόμα πιο πολύ.

Το 'χα κερδίσει το φλουρί
στην αλλαγή του χρόνου
απ' τα στενά του μόνου
στα πέλαγα να βγω.
Και πεθυμούσα μια ζωή
με μια αγάπη νέα
παράθυρο με θέα,
θάλασσα και βουνό.


Μαριλού  

Της μνήμης το αδράχτι ξετυλίγω
λεφούσι τα αδέσποτα καρέ,
ασπρόμαυρη ταινία μες στο γκρίζο
με πλάνο το γεμάτο καμπαρέ.

Μια μάρκα της σαμπάνιας η ταρίφα
και κάθε τέταρτο ζητάω ένα ποτό,
λαμπάδιασε της πίκρας μου η σπίθα
κι έγινε η ντροπή μου ένα βουνό.

Κάποτε ήμουνα η Μαρία
τώρα με λένε Μαριλού
κι έχω κορνίζα τα πτυχία
του πουλημένου μου εαυτού.

Της σκέψης τρεμοπαίζει το καντήλι
χαράματα κι ο χρόνος ξαγρυπνά
και μοιάζει η ζωή μου με φυτίλι
που κάηκε στα βρώμικα στενά.

Κάποτε ήμουνα η Μαρία
τώρα με λένε Μαριλού
κι έχω κορνίζα τα πτυχία
του πουλημένου μου εαυτού.

Και της πληγής μου τα θηρία
μ’ έχουν κυκλώσει από παντού,
κάποτε ήμουνα η Μαρία
τώρα με λένε Μαριλού.

 

Όσες σιωπές χαράμισα  

Απ' το λαιμό μου ο καημός
δε λέει να ξεσκαλώσει
σαν ένας γόρδιος δεσμός
βαθιά μου έχει ριζώσει.

Και όσο παλεύω για να βγει,
να φύγει μακριά μου
τόσο φωλιάζει στην ψυχή
και μέσα στην καρδιά μου.

Όσες σιωπές χαράμισα
κραυγές αν είχαν γίνει
θα πέτρωναν τα σύννεφα
και θα ‘σβηνε η σελήνη.

Μες το λαιμό μου μια φωνή
που χρόνια την φροντίζω
έχει αδερφή την προσμονή
το μαύρο και το γκρίζο.

Και όσο τη διώχνω να χαθεί
βαθιά μου αυτή βουτάει
έχει στα σπλάχνα μου κρυφτεί
και μέσα μου ξεσπάει.

 

Της θάλασσας  

Σε θάλασσα απέραντη
σε βλέπω να μακραίνεις
σχεδόν θα βγεις απέναντι
κι ακόμα προχωράς.
Της θάλασσας τα κύματα
νομίζεις πως υφαίνεις
δεν πνίγεις τ’ αμαρτήματα
άμα τα κολυμπάς.

Μη μαρτυρήσεις τίποτα
στης θάλασσας το ψάρι
γιατί όπως το χρυσόψαρο
μνήμη δεν τ’ ακουμπά.
Να πεις όλο τον πόνο σου
στης νύχτας το φεγγάρι
μονάχα αυτό τα κρίματα
ξέρει να συγχωράει.

Σε θάλασσα απέραντη
βγήκες να κολυμπήσεις
άμα πληρώνεις έναντι
δεν φτάνει να ξοφλάς.
Ούτε κι εσύ δεν μπόρεσες
το όνειρο να ζήσεις
μες στο βυθό σου χώρεσες
ότι δεν προσπερνάς.


Ότι αγάπησα τ' αρνιέμαι  

Σαν ένας θάνατος μικρός
απόψε η σιωπή σου
κι εγώ είμαι δίκοπος καημός
που μ’ ακονίζει συνεχώς
τ’ αδιάφορο φιλί σου.

Άρα ποιος φταίει απ’ τους δυο
χρόνια παλεύω για να βρω
και συνεχώς και συνεχώς
και συνεχώς αναρωτιέμαι
που ότι αγάπησα τ’ αρνιέμαι.

Σε μια αθάνατη πληγή
που άνοιξε και δεν κλείνει,
μέσα στης νύχτας τη στροφή
η προσμονή μου η κρυφή
με τρώει και με πίνει.

Άρα ποιος φταίει απ’ τους δυο
χρόνια παλεύω για να βρω
και συνεχώς και συνεχώς
και συνεχώς αναρωτιέμαι
που ότι αγάπησα τ’ αρνιέμαι.

 

Άγγελέ μου   

Έχω ένα όνειρο κρυφό
και δε το μαρτυράω
να γίνω φως και να χαθώ
μέσα στο σπίτι σου να μπω
κοντά σου να χωράω.

Και αν γίνω φως να ξεχαστώ
κανένας μη με ψάξει
όσοι αγαπήσανε πολύ
το τελευταίο τους φιλί
στη μνήμη έχουν χαράξει.

Άγγελε μου φύλαξε μου
μια γωνίτσα και για μένα
κει να μείνω για να λύνω
της ζωής σου τα δεμένα.

'Έχω ένα όνειρο κρυφό
μέσα και οι δυο χωράμε
ο άγγελος σου να ‘μαι ‘γω
εσένα να ‘χω για οδηγό
και όπου μας βγάλει ας πάμε.

 

Αυλαία

Που να σε ψάξω να σε βρω να σε φιλήσω
που έγινες άνεμος του Ιούλη καυτερός
και μες τον κόρφο την ευχή σου να κρατήσω
τ' αλφαβητάρι του καημού να ξεφυλλίσω
και όσα χαράματα φωτίζει ο θεός
τώρα που ησύχασες στα πόδια σου ν' αφήσω.

Πως να σου γράψω με μολύβι πέντε λόγια
που όλου του κόσμου τα παπύρια δεν αρκούν
εσύ που κούρντισες της τέχνης τα ρολόγια
της μαύρης νύχτας δεν αρκούν τα μοιρολόγια
και τα πουλιά όλου του κόσμου απορούν
τους αθανάτους πως τους κλείνουν στα υπόγεια.

Ούτε ο ουρανός δε θα μπορεί να σε χωρέσει
αφού και η γη δε το κατάφερε ούτε αυτή
και αν της αυλαίας το φινάλε έχει πέσει
εσύ της Σύρας το γαλάζιο έχεις φορέσει
και καβαλάρης στου Αιγαίου την κορφή
στη Ρωμιοσύνη όλο το έργο σου πεσκέσι.

Ποιός να σου έκλεισε τα μάτια να ρωτήσω
να 'ταν Αρχάγγελος ή μήπως ο Χριστός
τα δυο σου χέρια να μπορούσα να τα λύσω
και της ψυχής σου τη φωλιά να ψηλαφίσω
τι βάρος έχει ο δικός σου ο σταυρός
πάνω στην πλάτη της ζωής να τον ζυγίσω.

Πως να ξεχάσω τη φωτιά σου μες το βλέμμα
και το πουκάμισο κλεισμένο ως το λαιμό
και αυτές τις λέξεις που τις ράντιζες με αίμα
που όποτε βράδιαζε σου καίγανε το δέρμα
σαν τον αυτόπτη σ' ένα έγκλημα στυγνό
της μοναξιάς σου το ατέλειωτο το γεύμα.

Μαστιγωτές σε καρτερούν και συμπληγάδες
Κάφκα και Άμλετ, πικροδάφνη, κιβωτός,
Πρέβεζα, Γιάννενα, Κιλκίς και ταρσανάδες
στα μάτια κάρβουνο να θρέφουν οι μανάδες
αυτές που γέννησαν και βύζαξαν το φως
τις πιο τρανές θα σου ανάψουνε λαμπάδες.