Κώστας Κούλης | KEYSMASH
Μπορεί να είναι ο πιο δραστήριος και εργατικός μουσικός της τελευταίας δεκαπενταετίας. Μέσα σε δώδεκα χρόνια έχει κυκλοφορήσει δέκα δίσκους, χώρια όλα τα άλλα που έχει κάνει (μουσική για το θέατρο, ενορχηστρώσεις σε διάφορα άλμπουμ και ένα σωρό ακόμα). Αυτή τη φορά γράφει μουσική για δέκα τραγούδια, πάνω σε στίχους των Λίνας Δημοπούλου, Γιάννη Ευθυμιάδη, Ιφιγένειας Κορολόγου, Πόλυ Κυριάκου, Δημήτρη Λέντζου, Ηλία Μάστορη, Απόστολου Στάικου και δικούς του.
Τον δίσκο ανοίγει το «Αβλαβής Αλλά Και Σώος». Μπάσιμο με πιάνο και την κιθάρα να τονίζει από δίπλα, ενώ τα κρουστά και το μπάσο δεν κρατούν απλά το ρυθμικό. Περνάνε διάφορες φράσεις, καθώς τα πλήκτρα κρατούν μία πλάτη σαν sequencer. «Αν το πουν τα κανάλια είσαι ένοχος κι αν κανάλι έχεις δικό σου είσαι αθώος». Η φωνή μπασάρει, ανεβαίνει στο ρεφρέν. Η άρθρωση είναι καθαρή. Το κουπλέ είναι αφηγηματικό και ένα κρεσέντο σε οδηγεί στο δεύτερο ρεφρέν.
«Μην Περιμένεις Σ’ Αυτό Το Δρόμο» και οι σκούπες χρωματίζουν στην αρχή, για να πέσουν πάνω στο ταμπούρο με κέφια στη συνέχεια. Κιθάρες καθαρές, μία στεφάνη όλο γλύκα στο δεύτερο κουπλέ και η φωνή μοιράζεται μαζί μας ακόμα μια ιστορία. Το ρεφρέν είναι μια ομορφιά σε 5/8. Πανέξυπνο όσο και λυρικό. Συνέχεια με το «Ακίνητο Γρανάζι». Η κιθάρα έχει και γκάζια εδώ. Δύο χέρια στο hi-hat και καθαρά γκρουβάτο παίξιμο. «Ουρλιάζω μα δεν σας συγκινώ. Κι είναι σαν κλάμα γέννας, που κλάμα του ορίστηκε κενό»… Πολύ μ’ αρέσει αυτό εδώ. Εννοείται ότι θα το έκανα κλιπάκι.
Τα τραγούδια είναι κυρίως τρίλεπτα και λίγο πιο μικρά. Άμεσα, κυλούν σαν νεράκι, χτυπούν και φεύγουν. Οι στίχοι ενοχλούν. Δεν χαϊδεύει κανείς αυτιά εδώ. Οι μουσικοί παίζουν με άνεση και φαντασία. Μια και μιλήσαμε για την εκπληκτική ομάδα που έχει ηχογραφήσει, ας αναφέρουμε τους συντελεστές έναν προς έναν. Στις κιθάρες (ηλεκτρικές & ακουστικές) είναι ο κύριος Κώστας Παρίσσης, στο μπάσο ο κύριος Απόστολος Καλτσάς, στα τύμπανα ο κύριος Μανώλης Τόμπρος, ενώ ο ίδιος ο ερμηνευτής παίζει πιάνο.
«Κλαυθμώνος» και ένας άνεμος σε εννέα χρόνους φυσάει προς πάσα κατεύθυνση. «Κι αν βαδίζουμε στο πλήθος κι η φωνή μας ομοφώνως… Είσαι ξένος κι είμαι μόνος». Τα δακρυγόνα, τα σωματεία, η καταστολή, η μοναξιά των πολλών. Πολύ δυνατό τραγούδι, μέσα από μία LiVE εκτέλεση. Ακολουθεί το «Έρημη Σκιά». Διάφορα όμορφα εφεδάκια στις κιθάρες, εφέ από πλήκτρα και μία Κρητική τσαχπινιά στο τέλος του ρεφρέν. Το συνηθίζει ο καλλιτέχνης, το κάνει κι αλλού και αρέσει. Σε εννιά χρόνους και αυτό εδώ.
Το ομώνυμο είναι στα μοτίβα του προηγούμενου, αλλά ακόμα πιο tribal. Τα τύμπανα φροντίζουν να τονίζουν, το πιάνο επιτίθεται, το μπάσο περνάει ένα σκασμό φράσεις. Αλέγκρο ρεφρέν, με διάφορες διανθίσεις. «Και όσοι το παλεύουνε, το δίκιο τους γυρεύουνε, όπως η Αντιγόνη και ζούνε πάντα μόνοι». Τι τραγουδάρα είναι αυτή, ρε μάστορα; Το «Από Το Μηδέν» ξεκινά και κείνο ήπια, για να έλθουν τα ηλεκτρικά και να σκάσουν όλα μαζί παρέα. Οι κιθάρες στα ακόρντα τους είναι λίγο σκούρες, θυμίζουν κάπως Seattle του 2000. Οι φράσεις τους όμως είναι πιο διαυγείς. Ωραίο το κρουστό παιχνίδι, ιδίως στο τελείωμα του κομματιού.
«Δεν Ξεγράφει» και σε 12/8 ο ρυθμός, δίνει αυτό το κάτι του βαλς με την καλπάζουσα υφή του συγκεκριμένου ρυθμού. Το κομμάτι ακούγεται επικολυρικό, η φωνή γίνεται ένα με το ρεφρέν. «Ένας αιώνας σαν ξυράφι».. Επίλογος με το «Σ’ Αγαπάω Δε Βγαίνει Ο Μήνας». Εύθραυστη εισαγωγή με πιάνο. Έρχονται και οι κιθάρες. «Να φουλάρω το αμάξι, να πληρώσω το νερό… Το ‘χω πει σε δύο φίλους, ψάχνω δεύτερη δουλειά»… Απαισιόδοξο, αλλά πραγματικό. Θα ήθελα αυτή την ομάδα να παίξει όλα τούτα τα τραγούδια ζωντανά και να κοπανήσει κι ένα “Outlaw Pete” στο καπάκι, για να δακρύσουν ακόμα και οι βάσεις των πιατινιών. Εύχομαι ολόψυχα να είναι καλοτάξιδο το άλμπουμ και… Τι πράγμα; Έχετε απορίες, θέλετε να μάθετε κι άλλα; Μην φοβού. Κάτι κανονίζουμε με τον δημιουργό.
Φώντας Τρούσας | ΔΙΣΚΟΡΥΧΕΙΟΝ
Το πιο νέο άλμπουμ του Γιώργου Καγιαλίκου επιβεβαιώνει το γεγονός πως ο τραγουδοποιός αυτός έχει πάντα τον τρόπο να σε εκπλήσσει με τους δίσκους του – που ναι μεν είναι τακτικοί, αλλά, από την άλλη, διατηρούν πάντα την ιδιομορφία και την τόλμη τους.
Μάλιστα, μετά από καμιά δεκαριά δικά του CD, που είναι όλα πολύ καλά, και που κυκλοφορούν σταθερά τα τελευταία δώδεκα χρόνια, τούτο το τελευταίο, που αποκαλείται «Δοξάζοντας το Τώρα», φαίνεται να είναι το πιο προσωπικό και το πιο πολιτικό τού Γιώργου Καγιαλίκου. Κυρίως, γιατί καταγράφει μία πολύ συγκεκριμένη κοινωνικοπολιτική συγκυρία, που γίνεται αντιληπτή από τον τρόπο που αντανακλά στις ζωές των απλών, των καθημερινών ανθρώπων.
Ο άνθρωπος, λοιπόν, βρίσκεται στο κέντρο αυτής της δουλειάς του Γ. Καγιαλίκου, καθώς τα λόγια των τραγουδιών του επικεντρώνονται στα ζόρια του σύγχρονου βίου, σε όλα εκείνα που διαλύουν την καλή πίστη ανάμεσά μας και που μας οδηγούν άλλοτε στη μοναξιά και άλλοτε στην απελπισία.
Φαίνεται πως το concept το είχε εξ αρχής κατά νου ο τραγουδοποιός, που εδώ είναι ο συνθέτης και των δέκα τραγουδιών, ο στιχουργός σε δύο και ακόμη ο ερμηνευτής σε όλα. Κι έτσι, με βάση αυτό το concept φαίνεται πως απευθύνθηκε σε γνωστούς και καλούς στιχουργούς, οι οποίοι συμμεριζόμενοι τις δικές του αγωνίες του πρόσφεραν ανάλογης προβληματικής στίχους.
Γράφει κάπου ο Γιάννης Ευθυμιάδης: «Περνάνε φεύγουν μέρες δηλητήριο / γεύση αφήνουν μοναχά πικρή στο στόμα / χρόνια δεν έχω πάρει ανάσα ακόμα / αυτή η φυλακή δεν έχει εξιτήριο».
Και ο Απόστολος Στάικος: «Και μας φθείρει και το ξέρω / και μας τρώει όλο αυτό / μη μ’ αφήσεις μη φοβάσαι, κράτησε με σε κρατώ».
Μα και ο ίδιος ο Γιώργος Καγιαλίκος: «Κι οι αλυσίδες που σέρνω ακόμα / έχουν σκουριάσει και όλο τρίζουν / εδώ θα μείνεις μου ψιθυρίζουν / λες κι έχουν στόμα».
Αντιλαμβάνεστε το κλίμα...
Υπάρχει λοιπόν η συγκεκριμένη περιγραφή της καθημερινής αγωνίας, μέσα απ’ όλες αυτές τις διαφορετικές όψεις, τις οποίες, όμως, έρχεται να ενοποιήσει με το δικό του τρόπο, συνθετικά και ερμηνευτικά, ο Γ. Καγιαλίκος.
Διακεκριμένος μελωδός και συνθέτης με ιδιαίτερες δυνατότητες ο Γιώργος Καγιαλίκος πράττει για τους στίχους των τραγουδιών του το καλύτερο. Τους επενδύει με τις «σωστές» μουσικές, εννοούμε, δημιουργώντας αληθινά τραγούδια. Τραγούδια που σου μένουν από την πρώτη φορά.
Ναι, γιατί ακόμη και από την πρώτη-πρώτη ακρόαση αντιλαμβάνεσαι την ποιότητα της δουλειάς του τραγουδοποιού, γιατί δένεσαι πάραυτα με τις μελωδίες και τα λόγια, γιατί αντιλαμβάνεσαι αμέσως τον τρόπο, με τον οποίον ερμηνεύεται όλο αυτό το υλικό (από τον ίδιο τον Γ. Καγιαλίκο), που είναι συγκρατημένος, ευγενικός, «εσωτερικός», λυρικός όπου απαιτείται και λελογισμένα οργισμένος, όταν πρέπει. Όλα ζυγισμένα και μελετημένα, έτσι ώστε ο ακροατής να μην ποδηγετείται από τα τραγούδια. Να μην επιβάλλονται τα τραγούδια με άγαρμπο τρόπο πάνω του και μέσα του, αφήνοντάς του περιθώρια να σκεφτεί και να καταλήξει.
Στο γενικότερο κλίμα συμβάλλει τα μάλα ο Κώστας Παρίσης με τον επίσης συγκρατημένο ροκ ήχο του, δίνοντας την καλύτερη διέξοδο στις ενορχηστρώσεις του συνθέτη.
Δεν βρίσκω κάτι που να μην λειτουργεί όπως πρέπει σ’ αυτό το άλμπουμ, που βάζει σοβαρή υποψηφιότητα για ένα από τα καλύτερα «έντεχνα» της χρονιάς