Αβλαβής αλλά και σώος
Έχω πάψει να κοιτάζω στον καθρέφτη μου
και κοιτάζω όλη μέρα μια οθόνη
δεν μιλάω δεν ρωτάω ούτε σκέφτομαι
έχω γίνει στην παρτίδα τους το πιόνι.
Τώρα δάσκαλος είναι η τηλεόραση
το χε πει πριν να φύγει ο Λιαντίνης
είχε πει κλείσ’ τη και φύγε απ’ την αρρώστια της
αν δεν θέλεις σαν τα μούτρα της να γίνεις .
Για να βγεις αβλαβής αλλά και σώος
στο παιχνίδι τους μη γίνεσαι συνένοχος,
αν το πουν τα κανάλια είσαι ένοχος
κι αν κανάλι έχεις δικό σου είσαι αθώος.
Έχω πάψει να κοιτάζω στο παράθυρο
τις βροχές τις λιακάδες και τα χιόνια,
τις ημέρες τις βδομάδες και τα χρόνια μου
τα μετράω με τις ίντσες διαγώνια
Τώρα δάσκαλος είναι η τηλεόραση
κάνει μάθημα το βράδυ στις ειδήσεις,
σε μια τάξη που ποτέ δεν κάνει διάλειμμα
κάνει μόνο διακοπή για διαφημίσεις.
στίχοι: Γιώργος Καγιαλίκος
Μην περιμένεις σ' αυτό το δρόμο
Μην περιμένεις σ’ αυτό το δρόμο
κανείς δεν πέρασε,
ελπίδες μέτραγες ένα χρόνο
το χώμα γέρασε.
Κοιτάς και τρέμεις δεν ανασαίνεις
στάχτη κι ερείπια,
μες στην κραυγή σου σαν ξένος μένεις
χρωστάς ενοίκια.
Μην περιμένεις ήρεμα κύματα
θα ‘ρθουνε βράχια πέτρες και θρύμματα.
Χωρίς βιτρίνες δίχως αρώματα
βρες τα φτερά σου και ξανακόλλα τα.
Μην περιμένεις σ’ αυτή την πόλη
να πιάσεις όνειρα,
αιώνες τώρα χάθηκαν όλοι
πάντα σου το ‘λεγα.
στίχοι: Πόλυς Κυριάκου
Ακίνητο γρανάζι
Μου είχαν πει θα γίνει ο κόσμος μου καλύτερος
θα ζω με άνεση, με δύναμη, με χρήμα,
δεν είπαν πως μου έσκαβαν το μνήμα
κι αντί χρυσάφι οι μέρες μου φτηνός κασσίτερος.
Τώρα δεν περιμένω πλέον τίποτα
σε μια γωνιά στέκω ακίνητο γρανάζι,
βλέπω τον κόσμο αλλόκοτα ν’ αλλάζει
κι εσείς αμέριμνοι να πίνετε ηδύποτα.
Ουρλιάζω μα δεν σας συγκινώ
δεν με ακούει κανένας
κι είναι σαν κλάμα γέννας
που μέλλον του ορίστηκε κενό.
Περνάνε φεύγουν μέρες δηλητήριο
γεύση αφήνουν μοναχά πικρή στο στόμα,
χρόνια δεν έχω πάρει ανάσα ακόμα
αυτή η φυλακή δεν έχει εξιτήριο.
στίχοι: Γιάννης Ευθυμιάδης
Οι αλυσίδες
Οι αλυσίδες που με βαραίνουν
μες στο μυαλό μου στριφογυρνάνε
και τις ακούω που μία σπάνε
και δυο με δένουν.
Μες στον καθρέφτη κοιτώ το εγώ μου
με τη σιωπή του να με συνθλίβει
και μουτζουρώνω μ' ένα μολύβι
το είδωλό μου.
Οι αλυσίδες και οι καθρέφτες
άγρια θεριά και πάντα ψεύτες.
Στα όνειρά μου ζουν εφιάλτες
και κάθε βράδυ στέκουν κρυμμένοι
σαν ξοφλημέ
νοι μαχαιρωμένοι
μαχαιροβγάλτες.
Κι οι αλυσίδες που σέρνω ακόμα
έχουν σκουριάσει και όλο τρίζουν
εδώ θα μείνεις μου ψιθυρίζουν
λες κι έχουν στόμα.
στίχοι: Γιώργος Καγιαλίκος
Κλαυθμώνος
Νομοσχέδιο σφαγείο,
σωματείο διαπλοκή
ΓΣΣΕ που να σε φάει
ΑΔΕΔΥ που να σε βρει.
Δώσε πόνο στο πεδίο
και στο στούντιο πλοκή
θα πονέσουμε στο δρόμο
θα τα βρούνε στην τι – βι.
Τόσος κόσμος τόσο μόνος
στριμωγμένος στη γωνία
Δακρυγόνος και Κλαυθμώνος.
Κι αν βαδίζουμε στο πλήθος
κι η φωνή μας ομοφώνως
είσαι ξένος είμαι μόνος.
Επιχείρηση θηρίο
φιλοδώρημα μισθός
φταίει βέβαια το κράτος
κι όχι που είμαι αγαθός.
Τι ψηφίζω δε θυμάμαι
κι εσύ σπάνια μιλάς
μα σε φίλους και σ’ εμένα
επανάσταση πουλάς.
στίχοι: Απόστολος Στάικος
Έρημη σκιά
Θα πλυθώ με ένα μπουκάλι νερό
απ’ τον ήλιο ζεστό στο παρκάκι,
οι διαβάτες σωρό
νηστικός θα κοιμηθώ.
Τα πουλιά κελαηδούν συντροφιά
κι εγώ έρημη σκιά στο παρκάκι
σε ένα στρώμα νωπό
νηστικός θα σηκωθώ.
Κρατήστε ένα στυλό
σας παρακαλώ.
Ένα μαντηλάκι
αναπτήρα με φωτάκι.
Χρόνια μπαινοβγαίνω
στα ψυχιατρεία
πάρτε ένα στυλό.
Σας ευχαριστώ, κυρία.
στίχοι: Ιφιγένεια Κορολόγου
Δοξάζοντας το τώρα
Όσοι δεν μπήκαν στη φωτιά
και στη μεγάλη μπόρα
ζούνε στον κόσμο ασφαλείς
αμέριμνοι κι αειθαλείς
δοξάζοντας το Τώρα.
Πάντα μετρούν τα κέρδη τους
σωστοί και μετρημένοι
κι όλο μιλούν αδιάφορα
για όσους ζουν παράφορα
και επικηρυγμένοι.
Και κάνουνε τα δέοντα
στον βασιλιά τον Κρέοντα
και το θεριό ζυγώνει.
Και όσοι το παλεύουνε
το δίκιο τους γυρεύουνε
όπως η Αντιγόνη
και ζούνε πάντα μόνοι.
Μα θα ‘ρθει εκείνος ο καιρός
η μοίρα κι η ανάγκη
που σαν φτηνά αγάλματα
θα πέσουν στα χαλάσματα
της γης οι σαλτιμπάγκοι.
Τότε θα βγαίνουν διάφανες
στο φως οι εφημερίδες
με ζωγραφιές από παιδιά
πρώτη σελίδα μια καρδιά
με φόντο τις ελπίδες.
στίχοι: Δημήτρης Λέντζος
Από το μηδέν
Γυρνούν οι μνήμες κι έρχονται
σαν τις σκιές τα βράδια
μες στα σεντόνια σέρνονται
κι ανάβουν τα σημάδια.
Απλώνουν τα πλοκάμια τους
και σβήνουνε τα φώτα
νυχτερινά φαντάσματα
με γερασμένα χνώτα.
Ποιο σφουγγάρι θα ρουφήξει
την πλημμύρα μου να πνίξει,
απ’ τις μνήμες να χωρίσω
και από το μηδέν να αρχίσω.
Γυρνούν οι μνήμες κι έρχονται
σαν σαϊτιές σφυρίζουν
μες στο μυαλό τρυπώνουνε
και τα παλιά θυμίζουν.
Ξαπλώνουν στο κρεβάτι μου
σφαλίζουνε την πόρτα
στο μέτωπό μου γλείφουνε
της σκέψης τον ιδρώτα.
στίχοι: Ηλίας Μάστορης
Δεν ξεγράφει
Το κύμα ανέβηκε στο σπίτι
κοντεύει πια να μας σκεπάσει
μες στο σαλόνι έχει αδειάσει
χιλιάδες σαρκοφάγα κήτη.
Το μαύρο σύννεφο που τρέχει
φορτώνει άγρια καταιγίδα
κλείνει επικίνδυνα η ψαλίδα
κι εμείς βρισκόμαστε στη μέση.
Νερά και μέδουσες και βράχοι
ποιος τη νικάει αυτή τη μάχη
μας έγραψε και δεν ξεγράφει
ένας αιώνας σαν ξυράφι.
Τριγύρω όλα τσακισμένα
και μόνο ο φόβος σουλατσάρει
ψάχνει κεφάλια για να πάρει
κι είναι πολλά παραδομένα.
Εσύ το πιο πολύτιμό μου
εσένα αρπάζω για να σώσω
αν καταφέρω να γλιτώσω
απ’ την κατάρρευση του κόσμου
στίχοι: Λίνα Δημοπούλου
Σ' αγαπάω δε βγαίνει ο μήνας
Να φουλάρω το αμάξι,
να πληρώσω το νερό,
η ΔΕΗ θα περιμένει
δανεικά πρέπει να βρω.
Το ’χω πει σε δύο φίλους
ψάχνω δεύτερη δουλειά,
σαν με βλέπεις ζορισμένο
πάντα δίνεις μια αγκαλιά.
Σ’ αγαπάω, δεν βγαίνει ο μήνας
σ’ αγαπάω, μα είναι σκληρό
να μετράω την ανάγκη
και το τελευταίο ευρώ.
Αποφεύγω την κουβέντα
για το πρώτο μας μωρό,
τελευταία κι άλλοι φίλοι
ψιθυρίζουν δεν μπορώ.
Θεωρίες και μνημόνια
και του έθνους οπαδοί
η γενιά μας δεν γεννάει
το δικό της το παιδί.
Και μας φθείρει και το ξέρω
και μας τρώει όλο αυτό
μη μ’ αφήσεις μη φοβάσαι,
κράτησε με σε κρατώ.
Μη μ’ αφήσεις κι ας φοβάσαι,
και το χέρι σου κρατώ.
στίχοι: Απόστολος Στάικος