Αντώνης Μποσκοΐτης | LIFO

(Τα 10 καλύτερα ελληνικά άλμπουμ του 2014)
Δίσκοι σαν κι αυτόν του λόγιου συνθέτη Γιώργου Καγιαλίκου προστατεύουν το λεγόμενο ''έντεχνο'' από βλαβερές προσμίξεις των τελευταίων ετών, όπως μας το κληροδότησαν ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης δηλαδή. Στίχοι υψηλότατου επιπέδου από τον Δημήτρη Αναγνωστόπουλο και ανάλογες ερμηνείες από τους Μαρία Φαραντούρη, Δώρο Δημοσθένους, Γιάννη Λεκόπουλο, Λίλιαν Τσατσαρώνη.

 

Τάσος Κριτσιώλης | ΜUSIC CORNER

Η λέξη «φυγή», βρέθηκε ουκ ολίγες φορές στα χείλη όλων μας τα τελευταία πέντε χρόνια. Τα προβλήματα που αντιμετωπίσαμε κι εξακολουθούνε να μας ταλανίζουν ακόμη και σήμερα -και ποιος ξέρει για πόσο ακόμα…- , μας κάνανε να νιώθουμε τάσεις φυγής. Άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο. Κάποιοι (δυστυχώς αρκετοί), το κάνανε πράξη κι έφυγαν από την Ελλάδα, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη.
Άκρως αντιπροσωπευτικός λοιπόν ο τίτλος της νέας δισκογραφικής δουλειάς του Γιώργου Καγιαλίκου, σχεδόν τρία χρόνια μετά την κυκλοφορία της πρώτης. Η «Φυγή», περιλαμβάνει εννέα τραγούδια του ταλαντούχου συνθέτη σε στίχους δικούς του, του Δημήτρη Αναγνωστόπουλου και της Χριστίνας Κουκέλη. Εκτός αυτών, υπάρχει και η μελοποίηση ενός ποιήματος του Νικηφόρου Βρεττάκου και η απόδοση στα ελληνικά της «Ναυσικάς» του Γκιακούμου Τιέρ από τον Δημήτρη Αναγνωστόπουλο.
Τις μουσικές δημιουργίες του, αναλάβανε να ντύσουνε φωνητικά ο Δώρος Δημοσθένους, η μεσόφωνος Λίλιαν Τσατσαρώνη, ο Θεσσαλονικιός ερμηνευτής Γιάννης Λεκόπουλος και ο ίδιος ο συνθέτης (σ’ ένα τραγούδι). Πάνω απ’ όλους όμως, υπάρχει η Μαρία Φαραντούρη, η οποία προσδίδει το κύρος, τη μεγάλη προσωπικότητα και βεβαίως τη μοναδική κι ανεπανάληπτη φωνή της σε δύο τραγούδια.
Όλοι οι συντελεστές λοιπόν, βρέθηκαν το βράδυ της περασμένης Τρίτης στην αίθουσα του ωδείου «Φίλιππος Νάκας» στο κέντρο της Αθήνας, με σκοπό να μας προσφέρουνε μια «Φυγή» από το ευτελές, πρόχειρο και τυποποιημένο τραγούδι που κυριαρχεί στις μέρες μας. Ο κόσμος ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά τους, αποδεικνύοντας ότι υπάρχει μια μεγάλη μερίδα κοινού που θέλει κάτι άλλο, κάτι νέο, κάτι πέρα από τη «δημοκρατία των playlists», η οποία έχει κατακλύσει τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα.
Αρχικώς, μίλησαν για το δίσκο ο σκηνοθέτης-δισκοκριτικός Αντώνης Μποσκοΐτης και ο συνθέτης Στάθης Γκότσης, οι οποίοι επισήμαναν αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία που τον αφορούν, ο καθένας από τη δική του σκοπιά. Τη σκυτάλη πήρε ο Γιώργος Καγιαλίκος, ο οποίος αναφέρθηκε στο «ιστορικό» της δημιουργίας αυτού του άλμπουμ, μιλώντας με μια πρωτοφανή για τις μέρες μας σεμνότητα και διακριτικότητα στο λόγο του. Τον άκουγες και θαρρούσες από τον τρόπο ομιλίας του ότι …ντρεπόταν (με την καλή έννοια βεβαίως…) να πει κάποια πράγματα για το έργο του. Περισσότερο μιλούσε για τους συνεργάτες του, παρά για τον ίδιο, μη παραλείποντας επανειλημμένως να τους ευχαριστήσει.
Ως γενικό σχόλιο για το δίσκο, θα πούμε ότι δεν είναι «εύκολος», ούτε «εύπεπτος». Αν συνέβαινε το αντίθετο, δε θα είχε λόγο ύπαρξης. Η «Φυγή» κυκλοφόρησε ως μια νέα μουσική πρόταση, κόντρα στα άκρως περίεργα κι ευτελή ρεύματα της εποχής.
Περιλαμβάνει εννιά τραγούδια, τα οποία θα χαρακτηρίζαμε ως τον ορισμό του έντεχνου. Χωρίς εντυπωσιακές ενορχηστρώσεις, χωρίς «φορτωμένη» ορχήστρα, χωρίς «φκιασίδια» και «στολίδια», χωρίς μουσικές υπερβολές. Απλώς, είναι μια τίμια, καθαρή και ειλικρινής δουλειά, η οποία απευθύνεται σε όσους ακόμη ξέρουνε ν’ ακούνε μουσική.
Κοντολογίς, θα λέγαμε ότι η «Φυγή» υπάρχει για να οδηγήσει όσους το επιθυμούν σε μια πραγματική φυγή από όλη αυτή την ηχορρύπανση που έχουν επιβάλλει τα ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ. Και θα είναι πραγματικό ευτύχημα αν το καταφέρει, γιατί ειλικρινά το αξίζει. Τι έχει να πει όμως η «δημοκρατία των playlists» που αναφέραμε στην αρχή; Άραγε, θα δώσει λίγο χώρο στο καλό ελληνικό τραγούδι;

 

Φώντας Τρούσας | ΔΙΣΚΟΡΥΧΕΙΟΝ

Η «Φυγή» [Μετρονόμος, 2014] είναι το δεύτερο άλμπουμ του τραγουδοποιού Γιώργου Καγιαλίκου που φτάνει στα χέρια μου – είχε προηγηθεί το πολύ καλό «Εννέα Κρυμμένα Τραγούδια» [Orion Music, 2011]. Ο Καγιαλίκος είναι μελωδός. Κάτι καθόλου προφανές, θα έλεγα, στις μέρες μας. Μαζί, δε, με τον Δημήτρη Μαραμή και τον Θέμη Καραμουρατίδη νομίζω πως αποτελούν μια τριάδα, που θα μπορούσε να δημιουργήσει (και το κάνει) το ελληνικό τραγούδι του παρόντος και του μέλλοντος. Εννοώ, το ελληνικό τραγούδι «του συνθέτη», με την έννοια που είχε εκείνος και εκείνο (το τραγούδι) στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 (κυρίως). Φυσικά, οι τρεις αυτοί τραγουδοποιοί έχουν επιμέρους διαφορές – ο Καγιαλίκος, ας πούμε, γράφει στίχους, τους οποίους και τραγουδά συχνά – και γι’ αυτό θα ήταν παράτολμο, ίσως, να τους αποκαλέσουμε «γενιά» με κοινές επιδιώξεις και οράματα. Παρά ταύτα το τραγούδι τους συχνότατα αναπτύσσεται μέσα σ’ ένα πνεύμα «χατζιδακισμού», κάτι που, εν τέλει, αποτελεί και το μόνο προφανές κοινό γνώρισμά τους.
Γράφει στο ένθετο ο Καγιαλίκος: «Σε αυτές τις δύσκολες και σύνθετες κοινωνικά εποχές επιμένω να γράφω λυρικά τραγούδια, έχοντας πάντα μέσα μου τα λόγια του Χρόνη Μίσσιου που έλεγε πως στη βάρβαρη εποχή που ζούμε, η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να σώσουμε τον ρομαντισμό και την τρυφερότητά μας». Είχε δίκιο ο Μίσσιος, ένας άνθρωπος που πέρασε πολλά και που επιθύμησε να απολάβει, στα πιο πρόσφατα χρόνια της ζωής του, όσα στερήθηκε (και δεν εννοώ τα υλικά αγαθά) ενόσω ήταν νέος, όμως... με τους νεότερους από εμάς τι ακριβώς συμβαίνει; Υπάρχει, άραγε, τόσο συσσωρευμένο βάρος, ικανό να συμπιέζει πόθους και αισθήματα, ώστε να καθίσταται επιτακτική η ψυχική εκτόνωση, η «αποθεραπεία» μέσω του λυρισμού και της ρομάντζας; Μπορεί. Μάλλον. Επί του προκειμένου όμως... 
Στα τραγούδια του Καγιαλίκου διακρίνεται συχνά ένας αισθητισμός, κινούμενος στα όρια του συμβολισμού («Ένα δέντρο μία πέτρα αγαπούσε»), ενώ άλλοτε αναπτύσσονται, πάντα διακριτικώς, περισσότερο «καθημερινές» καταστάσεις («Νυχτερινή σκοπιά») κινούμενες στο ίδιο ανεπαίσθητο και αδιόρατο πλαίσιο. Ναι, είναι η «ευγένεια» το διαρκές χαρακτηριστικό της τραγουδοποιίας του Καγιαλίκου (όπως έχουμε τονίσει και παλαιότερα), ο τρόπος αντιμετώπισης των ποικίλων καταστάσεων με γνώμονα τις «λεπτές» και αβίαστες αφηγήσεις – την πραότητα. Παρά ταύτα, οι χαμηλοί τόνοι δεν εμποδίζουν την ανάπτυξη δυναμικών, εσωτερικώς, τραγουδιών, όπως ας πούμε το φερώνυμο με τον τίτλο του CD («Η φυγή») σε στίχους Δημήτρη Αναγνωστόπουλου με τη φωνή του Γιάννη Λεκόπουλου, ή ακόμη και το «Στη λήθη των μαρμάρων» με την αγέραστη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη. Στο άλμπουμ τραγουδούν, περαιτέρω, ο Δώρος Δημοσθένους, η Λίλιαν Τσατσαρώνη και ο ίδιος ο συνθέτης, αποδίδοντας το πιο μακρύ στο χρόνο (5:17) όπως κι ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του άλμπουμ (το «Αυτή η μουσική», που είναι εμπνευσμένο από το μυθιστόρημα του Ηλία Βενέζη Το νούμερο 31328).