Πανδώρα

Μια γυναίκα
χίλια χρόνια σιγοκλαίει
κι ένας λυγμός
ζητάει στα χείλη της να σβήσει.
Θέλει σε όλους τους ανθρώπους
να μιλήσει
να πει για όλα πως εκείνη μόνο φταίει.

Μην κλαις Πανδώρα
δε φταις εσύ
για όλου του κόσμου τα δεινά.
Η δυστυχία και ο πόνος είναι δώρα
είναι δώρα ακριβά.

 

Μέσα στη θλίψη
που η ίδια έχει προκαλέσει
ένας καημός
την καίει σαν κάρβουνο στο στήθος.
Ξέρει καλά πως είναι μόνο
ένας μύθος
κι όμως ζητάει κάποιος να τη συγχωρέσει.

 

στίχοι: Γιώργος Καγιαλίκος

 

Στη λήθη των μαρμάρων

Με σφύρα και με σμίλη
δεθήκαμε στην ύλη.
Γλυπτά που, αιώνες,
ξαγρυπνάνε.

Για να κοσμούνε μ’ απουσία
όλου του κόσμου τα μουσεία.

Μέσα στη λήθη των μαρμάρων
κι οι επελάσεις των βαρβάρων.
Εδώ, κρανίου τόπος.
Χαμένος κάθε κόπος.

Τα χρόνια μας σε αγκύλη,
μια φθίνουσα καμπύλη.
Μαρμαρωμένοι·
εν υπνώσει.

Μόνο του γλύπτη το καλέμι
ξέρει το δίκιο ν’ απονέμει.

 

στίχοι: Δημήτρης Αναγνωστόπουλος

 

Φυγή

Το πλοίο που σε λίγο αναχωρεί,
φορτώνει.

Ακούμπησες σκυφτός στην κουπαστή.
Σαν σε κλωστή
κρεμιέσαι
Εικόνα από χαρτόνι.

Φυσάει βοριάς
χαμογελάς
σε μια φυγή που πουθενά δεν οδηγεί.
Θεριεύει το βουητό της μηχανής.
Δε σε κρατάει κανείς.

Λαμπιόνια τρεμοφέγγουν σαν κεριά.
Βραδιάζει.

Σε λίγο θα χαθείς απ’ τη στεριά,
κάπου μακριά.
Εκεί που
ο ορίζοντας αδειάζει.

 

στίχοι: Δημήτρης Αναγνωστόπουλος

 

 

Ένα δέντρο μία πέτρα αγαπούσε

Ένα δέντρο μια πέτρα αγαπούσε
που ήταν πλάι του αμίλητη για χρόνια.
Με τον ίσκιο του αγκαλιά σαν την κρατούσε,
στα κλαριά του σιωπηλά στέκαν τ’ αηδόνια.

Με τα φύλλα του τη σκέπαζε το βράδυ
σαν στολίδι, σαν πανάκριβο πετράδι.
Την ξυπνούσε μ’ ένα θρόισμα κάθε αυγή
κι ας μην ήξερε αν τ’ αγάπαγε κι αυτή.

Μα η μοίρα που ζηλεύει κάθε αγάπη,
το πικροφαρμακερό έβγαλε βέλος.
Κάτι έγραψε στου χρόνου το κιτάπι
και μ’ ένα της παιχνίδι έβαλε τέλος.

Κάποιος άρπαξε την πέτρα ένα βράδυ
και στο δέντρο πάνω χάραξε σημάδι
«Δε σ’ αγάπησα ποτέ αληθινά»
και την πέταξε στης λίμνης τα νερά.

 

στίχοι: Γιώργος Καγιαλίκος

 

 

Ολονυχτία

Δε με κατάλαβες
Όλη τη νύχτα ήμουνα πλάι σου
Προσπαθούσα να κλείσω τα παράθυρα
Πάλευα όλη τη νύχτα
Ο αγέρας επέμενε
Άπλωσα τότε τις παλάμες μου πάνω σου
σαν δυο φύλλα ουρανού
και σε σκέπασα
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
δίχως χέρια τον κόσμο

 

ποίηση: Νικηφόρος Βρεττάκος

 

Ναυσικά

Γερασμένη τώρα πια,
εγώ κι αν είδα να περνούν
παιδιά με φλόγα μες στα μάτια
για της Ανατολής το θαύμα.

Γερασμένη τώρα πια,
κι αν έχω ακούσει εγώ φωνές:
Σειρήνες τόσες, ή ακόμα
την Καλυψώ αφιονισμένη.

Μα μένω εκείνο το κορίτσι:
η Ναυσικά που περιμένει…
Η Ναυσικά που περιμένει να φανεί
ενός αιώνιου Οδυσσέα το πανί.

Γερασμένη τώρα πια,
εγώ κι αν είδα να γυρνούν
τα πλοία σ’ έρημα λιμάνια·
να ξεφορτώνουν μαύρο κλάμα.

 

στίχοι: Γιακούμου Τιερ
μεταγραφή από τα Κορσικανικά στα Ελληνικά: Δημήτρης Αναγνωστόπουλος

 

 

Νυχτερινή σκοπιά

Εδώ, ο ήλιος βγαίνει απ’ τα σύρματα
και χάνεται ξανά πίσω απ’ αυτά.
Εδώ, στο πουθενά σέρνω τα βήματα
κι έχω ξεχάσει πράγματα απλά.

Σκοπιά κι απόψε, να φυλάω τα καύσιμα
και να ‘χω ένα τσιγάρο συντροφιά.
Μα “Εδώ απαγορεύεται το κάπνισμα!”
φωνάζει ο λοχίας δυνατά.

Κι εσύ, να είσαι πάντοτε εκεί
με την αγάπη σου μισή.
Κι εγώ, μέσα στα ρούχα τα χακί
σε μια σκοπιά νυχτερινή,
μισό φεγγάρι ν’ αγναντεύω.

Εδώ, βουνά πελώρια μάς χωρίζουνε
Δεν ξέρω αν μας ενώνει ο ουρανός.
Οι σκέψεις το μυαλό μου βασανίζουνε,
και την καρδιά μου ένας στεναγμός

 

στίχοι: Γιώργος Καγιαλίκος

 

Στη σιωπή

Αφήνω πάντα το παράθυρο ανοιχτό
και ξεγελιέμαι, νιώθω πως σε περιμένω.
ένα τριαντάφυλλο που στέκεται λευκό
και έχει το βλέμμα σε σένανε στραμμένο.

Κλείνω τα μάτια, στη σιωπή ακροβατώ
και τότε έρχεσαι και κάθεσαι κοντά μου.
Μα αν δεν τολμάς να περπατήσεις στον γκρεμό,
κράτα το χέρι μου και ζήσε στα όνειρά μου.

Εσύ σαν ήλιος με καλείς σ’ ένα χορό
κι εγώ γυρεύω ένα βαλς που δεν τελειώνει.
Μα μ’ αγαπάς κι αυτό μου είναι αρκετό
για να κοιτάζω μια φωτιά που με τυφλώνει

 

στίχοι: Χριστίνα Κουκέλη


Αυτή η μουσική

Στα χέρια του κρατούσε ένα βιολί
Αργά μέσα στη σκόνη προχωρούσε.
Η Σμύρνη ήταν πίσω του
μπροστά του η Ανατολή,
στον κόσμο τούτο πλέον δε χωρούσε.

Του είπαν οι στρατιώτες να σταθεί,
να παίξει μουσική για να γελάσουν.
Στη Σμύρνη όσους έδιωχναν
για την Ανατολή,
τους τέλειωναν τα δάκρυα πριν να φτάσουν.

Αυτή η μουσική,
του κόσμου όλο το δάκρυ
που σκέπασε σαν θάλασσα τη γη.
Και άφησε μονάχα
δυο πέτρες σε μιαν άκρη,
να γίνει ο κόσμος πάλι απ’ την αρχή.

Τινάχτηκαν οι νότες σαν κραυγή
και όλοι τον κοιτάζαν’ ξαφνιασμένοι.
Τη Σμύρνη όσοι άφηναν
για την Ανατολή,
απ’ όλους και για πάντα ξεχασμένοι.

 

στίχοι: Γιώργος Καγιαλίκος