Στίχοι: Ηλίας Μάστορης

 

Ατλαντίδα

Εγώ φορώ τη συννεφιά
στα μάτια τα θλιμμένα
και από την ακροποταμιά
ρίχνω αναμνήσεις στα νερά
και πετυχαίνω εμένα.

Και μοιάζει η ανατολή
χαμένη Ατλαντίδα
και εγώ είμαι ακόμα πιο δειλός
που της ζωής μου όλο το φως
ποτέ μου δε το είδα.

Κάθε βράδυ που μαλώνω με τα όνειρα
στης ψυχής μου ξημερώνω τα απόνερα
και παλεύω να ξεχάσω όσα έζησα
τη ζωή μου να στεριώσω που τη γκρέμισα

Εγώ πατάω στα καρφιά
και στις φωτιές κοιμάμαι
και από της μνήμης τη θηλιά
ότι με έσφιξε βαθιά
μονάχα αυτό θυμάμαι.

 

Φυτίλι

Πετώ στη λίμνη τον καημό
και αυτός γυρίζει πίσω
να βρει τον ίδιο τον γκρεμό
που ξέχασα να ζήσω.
Εγώ τα λάθη μου κρατώ
βαθιά μου τα φυλάω
μετράω μέχρι τα εκατό
και αν χάνω πάντα στο κρυφτό
πάλι θα τα φυλάω.

Φτωχή μου ζωή
που πας μεθυσμένη
ποιας νύχτας το χτένι
φοράς στα μαλλιά.
Φτωχή μου ζωή
στα λάθη δεμένη
αυτό που απομένει
να ζήσεις ξανά.

Πετώ στο χρόνο τον καιρό
και αυτός καιρό μου στέλνει
και το κορμί μου το στεγνό
πάλι βροχή το δέρνει.
Τα λάθη βάζω στο σορό
τις λύπες στο μαντήλι
και με Πυρρίχιο χορό
στον ότι κόσμο λαχταρώ
τ' ανάβω στο φυτίλι.

 

Κι όλο βουλιάζω

Στ' απολιθώματα της μνήμης ξεχασμένη
κάποια ανάσα σου παλιά μεταξωτή
μέσα στην πλάνη του μυαλού φυλακισμένη
να με τρυπάει κάθε τόσο σαν καρφί.

Κι όλο βουλιάζω πιο βαθιά στα περασμένα
τώρα που τίποτα δεν έμεινε από σένα
κι έχω παρέα μου στο άδειο το σαλόνι
της μοναξιάς μου την ηχώ που δυναμώνει.

Στ' απομεινάρια το άρωμα σου τριγυρίζει
κι έχει ποτίσει του σπιτιού την ερημιά
και η σκιά σου το τραπέζι συγυρίζει
μα δραπετεύει όταν γυρίζω απ’ τη δουλειά.

 

Του ασώτου

Στην κόψη πάνω του σπαθιού
μία ζωή δεμένος
ζητιάνος πάντα του χαμού
της λογικής ο ξένος.
Χαράμι πήγαν τα καλά
οι πίκρες με μπολιάσαν
τα πληρωμένα τα φιλιά
τη τσέπη  μου γελασαν.

Εγώ του ασώτου γιόρταζα
με βότκα κοινωνούσα
στα πάθη μου γεννιόμουνα
και τις πληγές κερνούσα.

Της νυχτερίδας τον καημό
τη μέρα να κοιμάμαι
την είχα από παιδί μικρό
το φως να το φοβάμαι.
Ποτέ δεν έκανα σταυρό
το θάνατο λυπάμαι
που όταν με πάρει από δω
κακός μπελάς του θα ‘μια

 

Ακόμα πιο πολλά

Κολύμπησα βαθιά στα περασμένα
και θέλησα απέναντι να βγω
Και μάζεψα να ενώσω τα σπασμένα
εμένα δηλαδή αλλά και σένα
μα άκρη δε κατάφερα να βρω.

Θυμάμαι πιο παλιά που με αγκάλιαζες
και σκάλωνε της νύχτας η ροή
και μου ‘λεγες ποτέ σου δε θα μ' άλλαζες
ακόμα και στην άλλη τη ζωή.
Και όλα αυτά που μου ‘ταξες μου τα δωσες
μου χάρισες ακόμα πιο πολλά
τις λίμνες τα ποτάμια και τις θάλασσες
στις όχθες τους να πλέκω τη φωτιά.

Προσπάθησα πολύ να καταλάβω
που χάθηκε του πάθους το κλειδί
και άρχισα τη σκέψη μου να σκάβω
να ψάχνω πως τον λύνουνε τον κάβο
στα πλοία που αρμενίζουν τη ζωή.

 

Όπως στενάζει ο καιρός

Όπως στενάζει ο καιρός
έτσι απλώνει ο λυγμός
κραυγή απεγνωσμένη.
Φωτιά τα ρούχα τα βαριά
και η τελευταία μου ζαριά
το θαύμα περιμένει.

Όπως καρφώνει το καρφί
έτσι φυτρώνει το κορμί
στα βάσανα απάνω.
Χαρά μου λίγη σε κρατώ
σα διψασμένος το νερό
σαν Άγιος το ζητιάνο.

Βάλε στο ποτήρι πίκρα
και στο πιάτο μου φωτιά
Στη ζωή μου πήρα προίκα
του καημού τη συννεφιά.

Μέσα μυρίζει στην ψυχή
η ανοιξιάτικη βροχή
στο χώμα όταν πέφτει.
Θηλιά τα λάθη τα παλιά
και τ’ ασπρισμένα μου μαλλιά
γελάνε τον καθρέφτη.

 

Μη μ' ακουμπάς

Σα λάβα κύλησες επάνω στο κορμί μου
και άναψες πάλι τις παλιές μου τις πληγές.
Όσες φυλάκισα βαθιά μες στη ψυχή μου
και όσες χαράμισα στου πόνου τις αυλές.

Όλα τα λόγια τα μεγάλα που μου είπες
τα ‘χα χωρέσει στου μυαλού τη λησμονιά.
Και όσα βύθισα στης μνήμης μου τις κρύπτες
ξανά τα σκάλισες να ανάψουν τη φωτιά.

Μη μ' ακουμπάς, μη μ' ακουμπάς, μη μ' ακουμπάς
Και μου φυτέψεις το ίδιο πάλι το σαράκι.
Εγώ σε έμαθα στον κόσμο να πετάς
Και συ με έσπασες σα να ‘μουνα κλαράκι.

Σα λάβα κύλησες ξανά για να με κάψεις
τις στάχτες φύσηξες ξανά να τυφλωθώ.
Μα όλου του κόσμου τις βροχές κι αν τις ανάψεις
εγώ μονάχος μου θα βγω να κολυμπώ.

 

Ακόμα να καώ

Το πιο βαθύ ταξίδι μου
δε το ‘κανα ακόμα
το ‘χω κρατήσει μέσα μου
σαν άγιο φυλαχτό.
Και όλο να ‘ρθει περίμενα
σαν άγρια ανεμώνα
η πιο ωραία άνοιξη
να ξαναγεννηθώ.

Τις στάχτες που μου άφησες στο τζάκι τις φυλάω
και τις σκαλίζω πάντοτε μια σπίθα για να βρω.
Μα όσο και να έψαξα όσο βαθιά και αν πάω
τα χέρια μόνο λέρωσα και ακόμα να καώ.

Το πιο βαθύ μου όνειρο
ακόμα δε το είδα
στο μαξιλάρι ξέμεινε
στα πούπουλα βαθιά.
Και σα φτερό στον άνεμο
πλανιέμαι στην ελπίδα.
να βρω γαλάζια θάλασσα
με απάτητα νησιά.

 

Αράχνη

Στου γλάρου το φτερούγισμα
ακούω τη φωνή σου
και στου καιρού τα κλάματα
του χρόνου τα εγκαύματα
μονάχος μου μετρώ.
Και έτσι περνούν οι μέρες μου
μακριά απ' το κορμί σου
μοναδικέ μου έρωτα
της πλάνης μου τ' αστέριωτα
σε σένα τα χρωστώ.

Εσύ δεν έφυγες ποτέ
ούτε ποτέ θα φύγεις
με της αράχνης τις κλωστές
πάντα θα με τυλίγεις.

Της σκέψης τα απόκρυφα
στη θάλασσα φοράω
και στα νερά τα άπιαστα
της πίστης μου τα άπιστα
ψάχνω για να τα βρω.
Και όσα βαθιά μου κράτησα
στη χούφτα τα χωράω
να τα ‘χω πάντα πρόχειρα
της μνήμης τα εργόχειρα
που πλέκω στο μυαλό.