Στίχοι: Γιώργος Καγιαλίκος
Η ιστορία μιας μαριονέτας
Σε ένα μικρό - μικρό χωριό της Ιταλίας
ένας φτωχός καλοσυνάτος μαραγκός
ένα παλιό κομμάτι πήρε από ξύλο
κι ώρες ολόκληρες το δούλευε σκυφτός.
Στο τέλος έφτιαξε μια ωραία μαριονέτα
και ο γερο - μάστορας σαν έκανε ευχή
ήρθε η νεράιδα η καλή που όλα τα ακούει
το ξύλο άγγιξε και του έδωσε ζωή.
Και είναι αλήθεια δεν είναι ψέμα
οι μαριονέτες περπατάν χωρίς σχοινιά
και όποιος πει δεν είναι αλήθεια
από τη μύτη του δε βλέπει πιο μακριά.
Μα όταν η κούκλα μας αντίκρισε τον κόσμο
τότε κατάλαβε με πόνο στη ψυχή
πως με σχοινιά είναι οι άνθρωποι δεμένοι
ψέματα λένε μα η μύτη τους μικρή.
Και είναι αλήθεια δεν είναι ψέμα
πως είναι οι άνθρωποι δεμένοι με σχοινιά
και όποιος πει δεν είναι αλήθεια
από τη μύτη του δε βλέπει πιο μακριά.
Χωρίς να το ξέρω
Σαν βγήκα απ΄το αυγό μου τα έχασαν όλοι
Τι άσχημο που είναι αυτό το παπί
Ποτέ δε με παίζαν σαν να΄χα πανώλη
με κάναν να νιώθω μεγάλη ντροπή.
Γιατί μέσα σ΄όλους εγώ να διαφέρω
γιατί να μην έχω κάτι ωραίο κι εγώ.
Κρυβόμουν στης λίμνης μες το γαλάζιο νερό
μα ήμουνα κύκνος χωρίς να το ξέρω.
Με διώξαν μακριά τους και έμεινα μόνο
ποτέ δεν κατάλαβα όμως γιατί.
Τις νύχτες ρωτούσα με κλάμα και πόνο
Αχ! Θεέ μου γιατί να με κάνεις παπί;
Τον κακό σας τον καιρό
Είμαι ένα ζωο μοναχικό
δε θέλω να λέω πολλά
μα ήρθε η ώρα να εξηγηθώ
τι πράγματα είναι αυτά.
Τη μια κυνηγώ γουρουνάκια
την άλλη επτά κατσικάκια
κι ύστερα με φωνάζετε
να τρώνε τα παιδάκια.
Τι μανία είναι αυτή
να με λέτε όλοι κακό
ένα έχω να σας πω
τον κακό σας τον καιρό.
Είμαι ένα ζωο όπως και εσείς
πρέπει να τρώω κι εγώ
κι αν θέλουμε να ΄μαστε ειλικρινείς
δεν κάνω κανένα κακό.
Τη μια κυνηγώ κοριτσάκια
με κόκκινα λέει ρουχαλάκια
την άλλη ουρλιάζει ένας βοσκός.
Λύκος στα προβατάκια.
Περιπλανώμενος Ιππότης
Ονειροπόλος με μια ασπίδα κι ένα δόρυ
καβάλα πάνω στο γερασμένο το άλογο του.
Περνά ποτάμια, άγνωστα μέρη κι άγρια όρη
κι όλοι νομίζουν πως έχει χάσει το λογικό του.
Αχ, Δουλτσινέα όμορφη νέα
για σένα όλα τα μυροβόλα
δέξου τους άθλους μου,
δέξου τα δώρα μου και αν πειστείς
δέξου τον έρωτα μιας μορφής ελεεινής.
Σαν ξημερώσει με εφιάλτες μόνος παλεύει
όλα από κείνον τα περιμένει η ανθρωπότης.
Έχει αγωνία να κάνει πράξη όσα πιστεύει
στον άδειο κόσμο περιπλανάται ένας ιππότης.
Φεγγαρόδρομος
Στου φεγγαριού την άκρη η νεράιδα μικρή
άκουσε από μια βάρκα να παίζει ένα βιολί.
Και σαν την πήρε ο ύπνος σε όνειρο βαθύ
είδε πως την αγάπη στη θάλασσα θα βρει.
Και είδε ένα νέο
μες στη αστροφεγγιά
να πιάνει το δοξάρι,
ν’ αφήνει τα κουπιά.
Κίνησε τ’ άλλο βράδυ να πάει να κατεβεί
να δει πως αφεντεύει αυτή τη μουσική.
Της είπε το φεγγάρι μην τύχει και χαθεί
με φως θα φτιάξει δρόμο στη θάλασσα να βγει.
Κι όταν θα περπατήσει
στην άκρη του νερού
θα δει ποιος κάνει υφάδι
τον ήχο του βιολιού.
Όποτε θέλω εγώ
Με βρήκαν στο δάσος καθώς κελαηδούσα
μες στη φωλιά μου σε ένα κλαδί
Και τις ατελείωτες ώρες μετρούσα
όταν με κλείσαν σε ένα κλουβί.
Σε ένα κλουβί χρυσό
σε ένα χρυσό κλαδί
να τραγουδάω συνέχεια ζητούσαν
στον Αυτοκράτορα και στην Αυλή.
Σε ένα κλουβί χρυσό
σε ένα χρυσό κλαδί
σαν κουραζόμουνα αγανακτούσαν
και με αναγκάζαν να βγάλω φωνή.
Κι όλοι με είπαν ελαττωματικό
γιατί τραγουδάω όποτε θέλω εγώ.
Και φτιάξαν αηδόνι με χίλια γρανάζια
ψεύτικο άψυχο και κουρδιστό.
Να τους τραγουδάει να τους κάνει νάζια
κι όταν δε θέλουν να το ΄χουν κλειστό.
Και εσείς καλύτερα
Στις στάχτες του τζακιού
κοιμόμουν και ξυπνούσα,
δυο κόρες και μια μητριά
για χρόνια υπηρετούσα.
Μια μέρα ο βασιλιάς
χορό έκανε μεγάλο,
μα εγώ δεν είχα φόρεμα
κανένα για να βάλω.
Τα υπόλοιπα τα ξέρετε
άλλο μη σας ζαλίσω,
αλλά αφού το θέλετε,
άντε, θα συνεχίσω.
Και ξάφνου από ένα φως
ξεπήδησε μπροστά μου
μία μορφή αγγελική
νεράιδα και νονά μου.
Και μου ‘πε πια μην κλαις
εγώ θα σε βοηθήσω
θα κανονίσω να σε παν
και να σε φέρουν πίσω.
Τα υπόλοιπα τα ξέρετε
άλλο μη σας ζαλίσω,
αλλά αφού το θέλετε,
άντε, θα συνεχίσω.
Και πιάνει το ραβδί
και το κουνάει με χάρη
κι η κολοκύθα έγινε
αμάξι να με πάρει.
Και άλογα λευκά
τα δυο μου ποντικάκια
και βρέθηκα να ‘χω κι εγώ
κρυστάλλινα γοβάκια.
Τα υπόλοιπα τα ξέρετε
άλλο μη σας ζαλίσω
και όσο κι αν το θέλετε
τώρα θα σταματήσω.
στίχοι: Γιώργος Καγιαλίκος