Στίχοι: Δημήτρης Λέντζος

 

Δεντράκι μου χωρίς κλαριά  

Δεντράκι μου χωρίς κλαριά
που πας ξεριζωμένο,
αλλού να βρεις παρηγοριά
σε τόπο τώρα ξένο.

Και που θα βρεις ζεστό καιρό
και γη να ξαποστάσεις
και μια γουλιά κρύο νερό
να πιεις να ξεδιψάσεις.

Τις ρίζες σου ρίξε βαθιά
δεντράκι μου μες την καρδιά,
να βγάλεις νέα φύλλα
γλυκά κόκκινα μήλα.

Πουλάκι μου σε άλλη γη
που πας να φτερουγίσεις
και στα φτερά σου την πληγή
με ποιο φιλί να κλείσεις.

Και ποιος σου παίρνει τον καημό
και τα φτερά σου πλένει
κι έχω έναν κόμπο στον λαιμό
σαν την κλωστή στο χτένι.

Μες την καρδούλα μου βαθιά
πουλάκι φτιάξε τη φωλιά
και κλείσε στα φτερά σου
την πιο κρυφή χαρά σου.

 

Μισοφέγγαρο κυδώνι

Μισοφέγγαρο κυδώνι
το γλυκό του κουταλιού
και στο στόμα σου που λιώνει
καραμέλα του φιλιού

Στα μαλλιά σου μέσα κρύβω
ένα αγέρα σαν πουλί
φύσηξέ με τόσο λίγο
και θα σβήσω σαν φιλί

Αχ αγέρα που μου παίρνεις
τα φιλιά σαν την δροσιά
και στα ξένα που πηγαίνεις
τη χαρά μου δε μου φέρνεις
πάλι πίσω στα νησιά

Δάκρυ μου μικρό κοχύλι
στο λαιμό σου κύλησα
μπρίσκαλό μου πάνω χείλι
μια φορά σε φίλησα

Η αγάπη λένε τάχα
ζει στον κόσμο δυο φορές
δυο ζωές ακόμα να `χα
θα στις έδινα μην κλαις

Άσπρο μου φθηνό μπλουζάκι
στήθη που πεθύμησα
άγγελος και αλητάκι
πάνω σου προσκύνησα

Στο κορμί σου πάνω πήρα
πρώτη άδεια στο στρατό
και πώς το `φερε η μοίρα
σαν πουλάκι να πιαστώ

 

Η μυλωνού 

Στα ψηλά πλατάνια, στο μικρό το αλώνι
τα νερά μαλώνει αχ, η μυλωνού.
Κι έχει στα μαλλιά της τις πυγολαμπίδες
κι όσα εσύ δεν είδες άστρα του ουρανού.

Αχ, σπυρί σπυράκι πέφτει στο λιθάρι
και ποιος θα την πάρει που ‘ναι αλλουνού.
Στις νεροτριβές της βρέχει δύο μήνες
άσπρες μπελερίνες αχ, η μυλωνού.

Μαύρος καβαλάρης μαύρο το φεγγάρι
ήρθε για να πάρει αχ, τη μυλωνού.
Στα ψηλά πλατάνια πέντε αγόρια κλαίνε
η αγάπη λένε είναι κανενού.

 

Σου πήρα μια χτένα

Σου πήρα μια χτένα φτηνή να σου φέρω
μαλλιά μου βρεγμένα και τούτο το θέρο.
Σου πήρα δυο μήλα ξινά που σ’ αρέσουν
στα χείλη σου φύλλα φιλιά να χωρέσουν.

Σου πήρα και κάτι φιλιά που χρωστάμε
στο τίποτα κάτι μικρό ν’ αγαπάμε.

Σου πήρα βανίλια γλυκό κερασάκι
μια διάφανη μπίλια με μπλε καραβάκι.
Σου πήρα μια στάλα φεγγάρι και μέλι
αυτά τα μεγάλα η αγάπη που θέλει.

Σου πήρα και κάτι φιλιά που χρωστάμε
στο τίποτα κάτι μικρό ν’ αγαπάμε.

Σου πήρα κλωστίτσα να δέσεις τον Μάρτη
τον ήλιο καρφίτσα για τ’ άγριο μάτι.
Σου πήρα μια λύπη Μεγάλη Τετάρτη
να κλαίνε οι κήποι για σένα στη Σπάρτη.

Σου πήρα και κάτι φιλιά που χρωστάμε
στο τίποτα κάτι μικρό ν’ αγαπάμε.

 

Πέτρινη καρδιά

Βότσαλο μες τη λίμνη ρίξανε δυο παιδιά
και είπανε να γίνει μια πέτρινη καρδιά
κι άρχισε να χτυπάει κόκκινη στη νυχτιά
ποιος τάχα μ’ αγαπάει φώναζε δυνατά.

Στήσαν χορό τα δέντρα μίλαγαν τα πουλιά
όμορφη που ‘σαι πέτρα δώσε μας δυο φιλιά
κι ένα τρελό αστέρι μόνο στον ουρανό
ένας θεός το ξέρει για σένα πως πονώ.

Ένα μικρό φεγγάρι και δώδεκα παιδιά
έρωτα ποιον θα πάρει λέγανε η καρδιά
κόκκινα ρίξε βέλη μαύρη τη σαϊτιά
πες μας ποιον τάχα θέλει σβήσε μας τη φωτιά.

Έχω στα στήθια πόνο βάσανο η χαρά
θέλω τον κύκνο μόνο με τ’ άσπρα του φτερά.
Κύκνε αν τραγουδήσεις για μένα μια φορά
εσύ θα με κερδίσεις στα όμορφα νερά.

Στην ερημιά του ύπνου μέσα στη σιγαλιά
ακούστηκε του κύκνου η πένθιμη λαλιά
κι αυτός μια μπάλα χιόνι κούρνιασε τα φτερά
σαν αίμα τώρα λιώνει κόκκινος στα νερά.

Βότσαλο μες τη λίμνη ρίξανε δυο παιδιά
και είπανε να γίνει μια πέτρινη καρδιά
κι εγώ που ζω στη λήθη στα μαύρα τα νερά
αυτό το παραμύθι σας είπα μια φορά.

 


Στο φως ναυάγησα  

Νερά βαθιά και ξάστερα
τα μάτια σου που κλαίνε
και δυο μικρά πεφτάστερα
μες το βυθό σου καίνε.

Μάγισσα θάλασσα και θαλασσάκι
τα χρόνια χάλασα για την Ιθάκη
Θάλασσα μάγισσα στεριά μου μοίρα
στο φως ναυάγησα και στην αλμύρα.

Χείλη γυμνά τρικάταρτα
καράβια φωτισμένα
και τα φιλιά σου τ’ άπαρτα
τα φύλαξες για μένα.


Μικρή Βασιλοπούλα

Σε ένα παραμύθι την είδα μια φορά
στ’ αμάλαγα τα στήθη αστέρια να φορά.
Στην ψάθινη καλύβα απλώνει στο σχοινί
τον μπάτη και το λίβα κι ακούει μια φωνή.

Μικρή βασιλοπούλα στα όνειρα θα πας
με χάρτινη βαρκούλα μονάχα αν αγαπάς.
Χαρτί παίρνει και φτιάχνει βαρκούλα και πανιά
και έμοιαζε με άχνη στη μαύρη σκοτεινιά.

Στη μέση του πελάγου στης λήθης τα σκαλιά
θυμήθηκε του μάγου τα λόγια τα παλιά.
Μικρή βασιλοπούλα σε αυτόν που αγαπάς
με την καρδιά βαρκούλα μονάχα εκεί θα πας.


Στο στήθος το μαχαίρι καρφώνει μια βραδιά
και ρίχνει στο ασκέρι βαρκούλα την καρδιά.
Στη ράχη του κυμάτου ακούει στη βουή
χαράματα Σαββάτου την ίδια τη φωνή.

Μικρή βασιλοπούλα που πας χωρίς καρδιά
στο Δράκο στο Γιαγκούλα με τα βαριά κλειδιά.
Με κάτασπρο φουστάνι την είδα στην ουρά
με νυφικό στεφάνι στα άπατα νερά.

Στη σκοτεινή τη λίμνη στη μαύρη ξενιτιά
στου έρωτα τη δίνη στου γάμου τη φωτιά.
Κι μαύρος ο βαρκάρης με απόκοσμη μιλιά
μονάχα εσύ θα πάρεις της λέει Βασιλιά.

 

Μια φορά

Σβήνουνε λένε μια φορά
τ’ αστέρια από την πλάση
βγάζουν φτερά και γίνονται
μαύρα πουλιά στα δάση.

Μα ένα αστέρι νιόφωτο
καίγεται σαν λαμπάδα
και ξαγρυπνάει στα νερά
για μικρή νεράιδα.

Που πλένει τα’ άσπρα ρούχα της
και κρυφαναστενάζει
κάνει κλωστή το δάκρυ της
που σαν μετάξι στάζει.

Στον κόσμο λένε μια φορά
σμίγει η λύπη κι η χαρά.

Τα δέντρα λένε μια φορά
κόβουν βαθιά τις ρίζες
και γίνονται χλωρά νερά
στις μοναξιές τις γκρίζες.

Μα μια κοντούλα λεμονιά
ανθίζει μες την ξέρα
γιατί αγαπάει τα φιλιά
και τον μικρό αγέρα.

Που ξαγρυπνάει στα φύλλα της
και σβήνει στο λαιμό της
και παίρνει χίλιες ευωδιές
απ’ τον λευκό ανθό της.

Αχ, βρε κοντούλα λεμονιά
ρίζωσα μας τη λησμονιά.

 

Στο όνειρό μου είδα  

Στο όνειρό μου είδα έναν μικρό αητό
να πετάει μόνος και εγώ να τον κοιτώ.
Τραγουδάει και κλαίει και μοιρολογεί
κι έχει στα φτερά του κόκκινη πληγή.

Αχ, πουλί μου ξένο κι άστρο μακρινό
θέλω να πετάξω σ’ άλλον ουρανό.
Αχ, πουλί μου ξένο και αλαργινό
όνειρο που βγήκες αχ, αληθινό.

Στο όνειρό μου είδα έναν ποταμό
κι ήταν το νερό του μαύρο και θολό.
Με κοιτάει και κλαίει και αιμορραγεί
φλέβα μου κομμένη κόκκινη πηγή.

Κόκκινο ποτάμι δάκρυ μου αλμυρό
λίμνη ξεραμένη είμαι στον καιρό.
Κόκκινο ποτάμι αίμα σκοτεινό
όνειρο που βγήκες αχ, αληθινό.