Στίχοι: Δημήτρης Λέντζος
Αιδώς Αργείοι
Αιδώς Αργείοι η άγια ντροπή
αυτή που ανάθρεψε το γένος των ανθρώπων
σιωπή κανένας σας κουβέντα να μην πει
μες στα συμπόσια των ξένων επιτρόπων
Ο Αγαμέμνονας γυρνάει στις σκοπιές
βρωμάει τσίπουρο τσιγάρο και σταφίδα
ριξ΄ το φαρμάκι σου και μονορούφι πιες
έκανε κρύο και φυσούσε στην Αυλίδα
Ρουφιάνοι, πράκτορες και παρακρατικοί
χρόνια γυμνάζουνε τον Δούρειο τον Ίππο
γράφουν παιάνες οι ταγοί οι πνευματικοί
και τους διαβάζουνε στον Εθνικό τον Κήπο
Η Ιφιγένεια ζυγώνει στη σκηνή
κρατάει στα χέρια της το ίδιο της κεφάλι
τώρα ο δήμιος κλωτσάει το σκαμνί
και η παράσταση αρχίζει η μεγάλη
Κόκκινο πουλάρι
Στη λιμνοθάλασσα στεγνώνουν το αλάτι
και μες στα μάτια να σε τσούζει η αλισίβα
κάνουνε πλιάτσικο τ΄ αστέρια στο παλάτι
κι όλο πεθαίνουν οι θεοί σου μες στη Θήβα
Έξω στον κάμπο περιστέρια και κοράκια
χρόνια οι ίσκιοι περιμένουνε το σώμα
με δόσεις όνειρα πουλάνε βαποράκια
κι οι σαλαμάντρες κομπολόγια μες στο χώμα
Στάλα τη στάλα το πηγάδι κατεβαίνει
κι η δίψα τώρα θα θερίζει την Τροιζήνα
κι εσύ μεσάνυχτα γυρίζεις μεθυσμένη
με ένα κόκκινο πουλάρι στην Αθήνα
Γριές Τρωάδες θα καπνίζουν σταυροπόδι
κι όλες θα βρίζουν με ένα στόμα την Ελένη
κι εσύ ακόμη μοναχή στο σταυροδρόμι
τον ίσιο δρόμο να ζητάς κυνηγημένη
Στην Ελευσίνα ταριχεύουν την ψυχή σου
φαλλοί και σκιάχτρα στην αέναη την καύλα
σκληρά τα μέταλλα μετρούν την αντοχή σου
και τα τραγούδια κιονόκρανα στην τάβλα
Μεταξουργείο
Χίλια ονόματα πως να σε λένε
σ΄ένα τροπάριο Κασσιανή
στο ολοκαύτωμα οι μάνες κλαίνε
πλατεία Βάθης, Γεσθημανή
Σειρά τ΄αγάλματα μες στο σφαγείο
Μεγάλη Τρίτη θα σκοτωθώ
κρύα χαράματα, Μεταξουργείο
σαν πεπρωμένο σ’ ακολουθώ
Στην υψικάμινο αίμα ληγμένο
στις λιτανείες καμιά βροχή
στα σανατόρια τι περιμένω
σώμα ζητιάνεψα κι όχι ψυχή
Πληγή αόρατη κραυγή σε δράμα
γενιές τριάντα σε μια ποινή
γυμνός ηνίοχος σε μαύρο άρμα
κρατάει ο θάνατος χρυσό σκοινί
Ανασκαφή
Ότι καινούργιο γνώρισα ήταν βαθιά θαμμένο
τα όνειρα τα έφερε στο φως η ανασκαφή,
σ΄ ότι μεγάλο πίστεψα είναι καιρό χαμένο
χρόνια της μοίρας έραβα την παρθενορραφή.
Οι φίλοι μου αγάλματα στης ερημιάς τον κήπο
κι εγώ γυμνός ανάμεσα τα ρούχα τους φορώ,
ψάχνοντας με το δάχτυλο στο χέρι τους τον κτύπο
ν΄αρχίζουν να χορεύουνε πυρρίχιο χορό.
Ποτέ μου δεν ταξίδεψα και ούτε αλλού επήγα
μονάχα εκεί στη μέσα μου την άγνωστη στεριά,
κι είχα μεγάλα όνειρα μα τα φτερά μου λίγα
και συ φεγγάρι χάραξες στην άλλη σου μεριά.
Ναυάγια
Στόμα αθάνατο με ίδιο θάνατο
φιλί που άγιασε θ’ αναστηθεί
σώμα που αισθάνθηκε και αντιστάθηκε
ψάχνει τον ίσκιο του για να σταθεί..
Ληστές στον δρόμο μου σταυρός στον ώμο μου
χώμα που έκρυβε μικρό σπυρί
όποιος συγχώρεσε τον κόσμο χώρεσε
και στα ναυάγια στεριά θα βρει.
Καινούργια άνοιξη βαθιά κατάνυξη
μέρα Μεγάλη μου Παρασκευή
καρφιά στα χέρια μου τα μεσημέρια μου
κι απ’ την Ανάσταση πιο ακριβή.
Τα μάτια που με μάγεψαν
Κάτι τσιγγάνες μάγισσες από την Καρχηδόνα
έρχονται μες στον ύπνο μου με ξέπλεκα μαλλιά
κι είν΄ τα μεγάλα μάτια τους μαύρα σαν χελιδόνα
και στα βαθιά μου όνειρα μου παίρνουν τη μιλιά
Ρίχνουνε λέει τα χαρτιά και βλέπουν στο φλυτζάνι
δρόμους κρυφούς κι αδιάβατους που η μοίρα περπατά
κι όλο αστέρια σβήνουνε και ζώδια στο ταβάνι
και τρεις φορές την τράπουλα την κόβουν σταυρωτά
Κι εγώ με λίβα πυρετό και μάτι που με τρώει
βουρλίζει το κεφάλι μου σε μυστικές γιορτές
η μάνα μου με κλείδωνε μες στο βαθύ κατώι
τα μάτια που με μάγεψαν μην ξαναϊδώ ποτές
Κι απλώνουνε στην κουρελού το μαγικό τους ξόρκι
και συλλαβίζουν σιγανά αλλόκοτες βρισιές
μα είναι λένε άλυτοι του έρωτα οι όρκοι
κι αφήνουν μες στον κόρφο μου κατάρες και φτυσιές
Απ’ την παλιά την Πέργαμο και των Περσών τις Σάρδεις
φέρνουνε λέει βότανα και ξένες βασκανιές
και μόνον, λεν , τις μάγισσες πως άφησεν ο Άδης
στου πάνω κόσμου να γυρνούν ξανά τις γειτονιές
Ηλέκτρα
Δέκα αιώνες κι όλο λιώνει το κερί
παλιό εικόνισμα που σώθηκε στο φως του,
δίχως ν' αλλάξουν μας αλλάξαν οι καιροί
τσιγάρο που ‘σβησε στα χείλη του αρρώστου.
Βαθύ σκοτάδι στο δωμάτιο πηχτό
που το χαράζει η λευκή η νυχτερίδα,
ουρλιάζουν πάλι τα δελτία στις οχτώ
μες στην καρδιά σου να σκοτώσουν μια πατρίδα.
Φρούδες ελπίδες και τα όνειρα φτηνά
γενιές κι οράματα μπροστά στις αυταπάτες,
κοπάδια λύκοι τριγυρνάνε στα στενά
οι αναμάρτητοι με τους μαχαιροβγάλτες
Κι εσύ Ηλέκτρα που 'χω χρόνια να σε δω
με τα μπουλούκια τριγυρνάς στην επαρχία,
όλα είναι εντάξει και παράξενα εδώ
σε μια αλλόκοτη που βράζει ησυχία.
Φώτα και ερείπια
Σπασμένα πρόσωπα μουσείο εκμαγείων
στα σούπερ μάρκετ ξεπουλάνε τις ελπίδες
βίους παράλληλους φονιάδων και αγίων
πουλούν τα Σάββατα φθηνές εφημερίδες
Φώτα και ερείπια σαπίζουν στις οθόνες
και τα ποτάμια αδειανά μες τα νερά τους
τώρα οι άγγελοι πηγαίνουν με τις πόρνες
για λίγο σώμα θα πουλήσουν τα φτερά τους.
Θερίζουν μέσα τους κραυγές οι μετανάστες
και οι ελάχιστοι μετρούν τ΄ανάστημά τους
Φεγγάρια ψεύτικα σβηστά στους λυχνοστάτες
και οι πρωτόπλαστοι θρηνούν τ΄αμάρτημά τους
Η φυλακή
Απ’ έξω από τα κάγκελα στην άλλη φυλακή
βγαίνουν και προαυλίζονται της γης οι ξεχασμένοι
αυτοί που γκρεμιστήκανε στο πρώτο το σκαλί
και μέσα στην πατρίδα τους γυρίζουν τώρα ξένοι
Όσοι λαθραία ζήσανε σε αλλωνών ζωές
και κάθε μέρα ψάχνουνε καινούργια ευκαιρία
σάπια κλωστή που έσπασε του νου το εκκρεμές
και γι΄άλλη μια τους άφησε απ’ έξω η Ιστορία
Παλιά σφραγίδα
Αυτοί που δραπεύσανε στη μέσα φυλακή
και χρόνια μες τα όνειρα βουλιάζουν γελασμένοι
κανείς ποτέ δεν πέρασε δικός τους από ‘κει
κι από ένα γυάλινο κελί κοιτάζουν ραγισμένοι
Το σώμα πήρανε γυμνό οι μυροφόρες
και ο τελώνης διαμοιράζει τα σκουτιά μου,
χρυσά σκουριάζουν σκουλαρίκια στα αυτιά μου
κι οι δείχτες κλέβουνε κρυφά λεπτά στις ώρες.
Παλιά σφραγίδα με πηλό στη Βαβυλώνα
κανείς δεν έμαθε ποτέ τι τάχα λέει,
η χαρτορίχτρα με κοιτά κι όλο κλαίει
κι η προσευχή μου διαπασών στον Ελαιώνα.
Το μάτι σκίζει το χαρτί που το διαβάζει
και στασιάζουν οι θεοί στις αποικίες,
ουρές συσσίτια ξανά στις συνοικίες
αυτό το έργο του χαμού ποιος ανεβάζει.