Στίχοι: Γιαννης Ευθυμιάδης
Δίχως ταίρι
Όλοι νομίζαν αρετή να `μαι κλεισμένη μέσα
σε πύργο εφτάψηλο γερό αθώα πριγκηπέσσα.
Όμως κανείς δε σκέφτηκε ποια πάθη με παιδεύουν
ποιες σκέψεις και ποια όνειρα το νου μου αναδεύουν.
Γιατί κορίτσι στον ανθό είναι γεμάτο φλόγα
είναι γλυκό κι είναι κρουστό όπως στα χείλη ρόγα.
Μέτραγα τα γυρίσματα
του ήλιου δίχως ταίρι
κι ευχόμουνα του φεγγαριού
η ομίχλη να σε φέρει.
Κι ήρθες αφέντης να σκιρτάς την υπνωμένη ορμή μου
βρήκες μια θύρα μυστική για να μπεις στο κορμί μου.
Σκαρφάλωσες στα δάχτυλα, δέθηκες στα μαλλιά μου
και βρέθηκες να κολυμπάς βαθιά στην αγκαλιά μου.
Κι έτσι δε θέλω πια να βγω ποτέ λευτερωμένη
φτάνει η πνοή απ’ τα χείλη σου στα χείλη μου να μένει.
Μονάχα φίλη σου
Μικροί ξαπλώναμε τα βράδια
κι εσύ ανακάλυπτες τα θαύματα
πάνω στο σώμα μου ήταν τραύματα
απ’ τα ανεπαίσθητά σου χάδια.
Στα μάτια σου είδα τον θεό μου
έγινες φως κι έμεινα αδύναμη
κι αυτό σου έδινε τη δύναμη
να `χεις το βάρος κάθε ώμου.
Στα πόδια σου έφερα τα μύρα
κι ούτε ένα φιλί δεν πήρα από τα χείλη σου.
Γεννήθηκα να `μαι σκιά σου
να ορθώνω τα ερείπιά σου
και συ να μ’ έχεις τόσα χρόνια μονάχα φίλη σου.
Έφυγες για να βρεις ελπίδα
και να παλέψεις με τους δαίμονες
έδωσες μαχαιριές ατέρμονες
για να χαράξεις ηλιαχτίδα.
Έμεινα εδώ να περιμένω
ν’ αναμετριέμαι με την άβυσσο
τώρα που έχτισες παράδεισο.
Στα πόδια σου έφερα τα μύρα
κι ούτε ένα φιλί δεν πήρα από τα χείλη σου.
Γεννήθηκα να `μαι σκιά σου
να ορθώνω τα ερείπιά σου
και συ να μ’ έχεις τόσα χρόνια μονάχα φίλη σου.
Το βαλς της γοργόνας
Αδερφέ μου στρατηλάτη
Πιο πολύ θα σ’ αγαπούσα
Αν σε κάναν κωπηλάτη
Δε θα σου `ριχναν αλάτι
Στις πληγές σου και στην πλάτη
Δε θα σού `μπηγαν μαχαίρια
Και καρφιά στα χέρια.
Τώρα έγινα αγέρας
Αφού δεν μπορώ να σ’ έχω
Έμαθα σκληρά ν’ αντέχω
Ζω στο τέλος κάθε μέρας
Στο Μπεϊρούτ, στη Λισαβόνα
Με φωνάζουνε Γοργόνα
Και γυναίκα τέρας.
Ζει και ζει, μου λένε, ζει
Στα λιμάνια με γλεντάνε
Σε μπορντέλο μαγαζί
Καπετάνιοι στα καράβια
Τους περνώ ψιλό γαζί
Μένουν με την τσέπη άδεια
Και οι ναύτες τους μαζί.
Αδερφέ, κρυφέ μου πόθε,
Γνήσιε βασιλιά και νόθε,
Πήγες πέρα απ’ την Ασία
Να `βρεις την αθανασία
Μα, να ξέρεις, σημασία
Έχει ο χτύπος απ’ το βέλος
Στης ζωής το τέλος.
Το κρύσταλλο του κόσμου
Στην έρημή μου μήτρα
Σου πλήρωσα τα λύτρα της καρδιάς σου
Να φύγεις βιάσου.
Θέλω τον θάνατό σου
Και λέω, καρδιά ματώσου και προχώρα
Ίσια στη μπόρα.
Κι αντί για το κορμί σου
Ποθώ την αφορμή σου για το τέλος
Φαρμάκι βέλος.
Ήμουν λουλούδι, κι ας με λέγαν όλοι μάγισσα
Μόλις σε είδα, στην αγάπη σου ναυάγησα
Κι όταν με πρόδωσες εσύ
Το κρύσταλλο του κόσμου ράγισα.
Τα μάγια μου θα λύσω
Και θα `ρθω ν’ αφανίσω τα κλωνιά σου
Για λησμονιά σου.
Τη σάρκα μου απ’ τη σάρκα
Θα στείλω με μια βάρκα αχερουσία
Στην απουσία.
Κι αν ζήσω ρημαγμένη
Το σπέρμα σου θα μένει λάφυρό μου
Στο όνειρό μου.
Λαβύρινθος
Ήταν το σώμα μου νησί
κι από το πέλαγος εσύ
ήρθες κρυφά να το τρυγήσεις.
Το τέρας χάλασα με μιας
και βρήκα τόπο απανεμιάς
απ’ τους κινδύνους μη λυγίσεις.
Θα φτιάξω μίτο μ’ άχραντο νερό
να δέσω την αγάπη που έψαχνα καιρό.
Μες στο λαβύρινθο να μείνεις του κορμιού μου
πάνω μου να χαράξω το άγγιγμα σου το ιερό,
στα χείλη σου ν’ αφήσω το φιλί τ’ αγκαθερό.
Έγινα πέτρινο σκαρί
και στο χειμώνα το βαρύ
ρίχτηκα να σε ταξιδέψω.
Θα `χω πατρίδα αυτή τη γη
που η αγάπη με οδηγεί
κι εγώ γλυκά θα γαληνέψω.
Κορίτσι αγίνωτο
Ήταν έγκλημα κι αγένεια
Να με σφάξουν για τη μάχη
Πάνω στη δική μου ράχη
Θέρισαν του πόνου στάχυ
κι ας με λέγαν Ιφιγένεια.
Μα ήμουν εγώ κορίτσι ακόμα αγίνωτο
Κι ονειρευόμουν κάθε βράδυ εκείνο το
Μούδιασμα μες στο κορμί μου
Να λύσω απ’ τα μαλλιά μου την ορμή μου.
Τραχηλιά μου κοραλλένια
Σου `μπηξαν φρικτό μαχαίρι
Και με λιώνει ετούτη η έγνοια
Πριν χαθώ δε θα προλάβω
ν’ αναστήσω οικογένεια.
Στου καιρού το δαχτυλίδι
Όλοι τους πάντοτε με φώναζαν Ελένη
μα εμένα τ’ όνομα αυτό πώς με τρελαίνει.
Και πιο πολύ όταν το λένε μ’ ένα επίθετο φριχτό
κρύβει ότι είμαι, όπως σκεπάζει το κορμί ρούχο ριχτό.
Δε θέλω να `μαι στου καιρού το δαχτυλίδι
ψεύτικη πέτρα που άστραφτε, θεών παιχνίδι.
Να `μαι στο δάχτυλό σου έστω ένας κρίκος ταπεινός
και ας σκουριάζω με τα χρόνια, μόνο να `μαι αληθινός.
Δεν ρώτησε ποτέ κανείς πώς θα γεράσω
την ομορφιά μου αν αντέχω να τη χάσω.
Γι’ αυτό τα μάγουλά μου γδέρνω με τα νύχια μου βαθιά
της ομορφιάς που χρόνια θαύμαζες να γίνουν τα σπαθιά.
Άφιλα χείλη
Ήταν μια μέρα βροχερή
στη μοίρα μου τη δολερή
κι έφτασες ήλιος,
εχθρός και φίλος.
Ρώτησες ποια είν’ η συμφορά
που ήρθε στον κόσμο μια φορά
απ’ τη γυναίκα
κρίματα δέκα.
Ίσια στα μάτια θαρρετά
σε κοίταξα κι είπα μετά
γεμάτη πάθος
πως κάνεις λάθος.
Γιατί από μήτρα ιερή
γεννήθηκε γενιά γερή
το φως να φέρει
κι ας υποφέρει.
Σβήνω το φως απ’ τα κεριά
στα δάχτυλά μου
αφού δεν έκαψες τα χείλη
τ’ άφιλά μου.
Κι ενώ μ’ αγάπησες πολύ
πήρες τα λόγια μου βολή
του εγωισμού σου
και του χρησμού σου.
Και πάνε χρόνια που εσύ
ζεις τη ζωή σου τη μισή
κι εγώ μονάχη
κομμένο στάχυ.
Κλεισμένη σε βαριά σιωπή
γράφω νικώντας τη ντροπή
λέξεις για σένα
βαριά καδένα.
Ώσπου ο θάνατος να `ρθει
και η ψυχή μου να γδαρθεί
απ’ την αλήθεια
που καίει τα στήθια.
Του έρωτα τα μάγια
Έχω ένα φίλτρο μαγικό
Κι αν πω θα κάνω το κακό
Μεταμορφώνω
Όσους στα δίχτυα μου μπλεχτούν
Κι όσους να σκύψουν δε δεχτούν
Τους φαρμακώνω
Τους πιο πολλούς κάνω πουλιά
Δίνοντας μόνο μια γουλιά
Απ’ το φιλί μου
Μα τους πιο ζόρικους σκυλιά
Και τους περνάω σαν θηλιά
Την απειλή μου
Ξέρω του έρωτα όλα τα μάγια
Δεν είμαι τέρας μα ούτε και άγια
Ν’ αντισταθείς πού θα βρεις τα κουράγια
Ξέρω του έρωτα όλα τα μάγια
Μα τώρα βρέθηκες εσύ
Ναυάγησες ως το νησί
Και με παιδεύεις
Στα φίλτρα μου δεν αντιδράς
Δε μου μιλάς, δε με φιλάς
Δε με χαϊδεύεις
Πας γελασμένος αν θαρρείς
Να μου ξεφύγεις πως μπορείς
Να πάρεις χάρη
Για σένα έχω συνταγή
Που φέρνει τέλεια υποταγή
Σε κάνω ψάρι
Τριγύρω μου να κολυμπάς
Και πουθενά αλλού μην πας
Μόνο μαζί μου να χορεύεις στο φεγγάρι.
Ενέδρα
Μέσα στα σπλάχνα μου η φωνή σου
κι αφού δεν έχω το κορμί σου
όπως θα το `θελα.
Λέω πως έχω την ορμή σου
πως χάνομαι στην ηδονή σου
μονάχα ανώφελα.
Ας ήταν να σ’ είχα γεννήσει
τουλάχιστον θα `χα γεμίσει
λίγο από το σώμα σου.
Σφιχτά να σ’ είχα αγκαλιάσει
μέσα μου να είχες φωλιάσει
στη ρίζα χώμα σου.
Μου έστησε ο έρωτας ενέδρα
μέσα στα βάτα και στα κέδρα
μόνη αμαρτία έχω να με λένε Φαίδρα.
Μα εσύ μ’ αρνείσαι, με χλευάζεις
και τη λαχτάρα μου ανεβάζεις
σε ύψη ανείπωτα.
Τι κι αν τα μέσα μου ανταριάζουν
τι κι αν τα χείλη μας ταιριάζουν,
δεν νιώθεις τίποτα.
Θα εκδικηθώ την άρνησή σου
σβήνω απ’ τον χάρτη το νησί σου
στου νου τη θάλασσα.
Αφού όσα χρόνια σ’ αγαπούσα
την άμοιρη ζωή που ζούσα
δες πώς τη χάλασα.